αρταίνω  Verb  [arteno, artainw]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie αρταίνω

Noch keine Synonyme

Grammatik


ΑΡΤΑΙΝΩ
I spice
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αρταίνωαρταίνουμε, αρταίνομεαρταίνομαιαρταινόμαστε
αρταίνειςαρταίνετεαρταίνεσαιαρταίνεστε, αρταινόσαστε
αρταίνειαρταίνουν(ε)αρταίνεταιαρταίνονται
Imper
fekt
άρταινααρταίναμεαρταινόμουν(α)αρταινόμαστε, αρταινόμασταν
άρταινεςαρταίνατεαρταινόσουν(α)αρταινόσαστε, αρταινόσασταν
άρταινεάρταιναν, αρταίναν(ε)αρταινόταν(ε)αρταίνονταν, αρταινόντανε, αρταινόντουσαν
Aoristάρτυσααρτύσαμεαρτύθηκααρτυθήκαμε
άρτυσεςαρτύσατεαρτύθηκεςαρτυθήκατε
άρτυσεάρτυσαν, αρτύσαν(ε)αρτύθηκεαρτύθηκαν, αρτυθήκαν(ε)
Per
fect
έχω αρτύσει
έχω αρτυμένο
έχουμε αρτύσει
έχουμε αρτυμένο
έχω αρτυθεί
είμαι αρτυμένος, -η
έχουμε αρτυθεί
είμαστε αρτυμένοι, -ες
έχεις αρτύσει
έχεις αρτυμένο
έχετε αρτύσει
έχετε αρτυμένο
έχεις αρτυθεί
είσαι αρτυμένος, -η
έχετε αρτυθεί
είστε αρτυμένοι, -ες
έχει αρτύσει
έχει αρτυμένο
έχουν αρτύσει
έχουν αρτυμένο
έχει αρτυθεί
είναι αρτυμένος, -η, -ο
έχουν αρτυθεί
είναι αρτυμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα αρτύσει
είχα αρτυμένο
είχαμε αρτύσει
είχαμε αρτυμένο
είχα αρτυθεί
ήμουν αρτυμένος, -η
είχαμε αρτυθεί
ήμαστε αρτυμένοι, -ες
είχες αρτύσει
είχες αρτυμένο
είχατε αρτύσει
είχατε αρτυμένο
είχες αρτυθεί
ήσουν αρτυμένος, -η
είχατε αρτυθεί
ήσαστε αρτυμένοι, -ες
είχε αρτύσει
είχε αρτυμένο
είχαν αρτύσει
είχαν αρτυμένο
είχε αρτυθεί
ήταν αρτυμένος, -η, -ο
είχαν αρτυθεί
ήταν αρτυμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αρταίνωθα αρταίνουμε, θα αρταίνομεθα αρταίνομαιθα αρταινόμαστε
θα αρταίνειςθα αρταίνετεθα αρταίνεσαιθα αρταίνεστε, θα αρταινόσαστε
θα αρταίνειθα αρταίνουν(ε)θα αρταίνεταιθα αρταίνονται
Fut
ur
θα αρτύσωθα αρτύσουμε, θα αρτύσομεθα αρτυθώθα αρτυθούμε
θα αρτύσειςθα αρτύσετεθα αρτυθείςθα αρτυθείτε
θα αρτύσειθα αρτύσουν(ε)θα αρτυθείθα αρτυθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αρτύσει
θα έχω αρτυμένο
θα έχουμε αρτύσει
θα έχουμε αρτυμένο
θα έχω αρτυθεί
θα είμαι αρτυμένος, -η
θα έχουμε αρτυθεί
θα είμαστε αρτυμένοι, -ες
θα έχεις αρτύσει
θα έχεις αρτυένο
θα έχετε αρτύσει
θα έχετε αρτυμένο
θα έχεις αρτυθεί
θα είσαι αρτυμένος, -η
θα έχετε αρτυθεί
θα είστε αρτυμένοι, -ες
θα έχει αρτύσει
θα έχει αρτυμένο
θα έχουν αρτύσει
θα έχουν αρτυμένο
θα έχει αρτυθεί
θα είναι αρτυμένος, -η, -ο
θα έχουν αρτυθεί
θα είναι αρτυμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αρταίνωνα αρταίνουμε, να αρταίνομενα αρταίνομαινα αρταινόμαστε
να αρταίνειςνα αρταίνετενα αρταίνεσαινα αρταίνεστε, να αρταινόσαστε
να αρταίνεινα αρταίνουν(ε)να αρταίνεταινα αρταίνονται
Aoristνα αρτύσωνα αρτύσουμε, να αρτύσομενα αρτυθώνα αρτυθούμε
να αρτύσειςνα αρτύσετενα αρτυθείςνα αρτυθείτε
να αρτύσεινα αρτύσουν(ε)να αρτυθείνα αρτυθούν(ε)
Perfνα έχω αρτύσει
να έχω αρτυμένο
να έχουμε αρτύσει
να έχουμε αρτυμένο
να έχω αρτυθεί
να είμαι αρτυμένος, -η
να έχουμε αρτυθεί
να είμαστε αρτυμένοι, -ες
να έχεις αρτύσει
να έχεις αρτυμένο
να έχετε αρτύσει
να έχετε αρτυμένο
να έχεις αρτυθεί
να είσαι αρτυμένος, -η
να έχετε αρτυθεί
να είστε αρτυμένοι, -ες
να έχει αρτύσει
να έχει αρτυμένο
να έχουν αρτύσει
να έχουν αρτυμένο
να έχει αρτυθεί
να είναι αρτυμένος, -η, -ο
να έχουν αρτυθεί
να είναι αρτυμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presάρταινεαρταίνετεαρταίνεστε
Aoristάρτυσεαρτύστεαρτύσουαρτυθείτε
Part
izip
Presαρταίνοντας
Perfέχοντας αρτύσει, έχοντας αρτυμένοαρτυμένος, -η, -οαρτυμένοι, -ες, -α
InfinAoristαρτύσειαρτυθεί


Griechische Definition zu αρταίνω

αρταίνω [arténo] -ομαι Ρ αόρ. άρτυσα, απαρέμφ. αρτύσει, παθ. αόρ. αρτύθηκα, απαρέμφ. αρτυθεί, μππ. αρτυμένος : 1.δίνω σε κπ. να φάει απαγορευμένη τροφή σε καιρό νηστείας: Γιατί άρτυσες το παιδί πριν μεταλάβει; [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αρταίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15