απόστολος  

  • Apostel
    upvotedownvote

Lateinische Schreibweise (Greeklish):

apostolos


Deutsche Synonyme zu: απόστολος

einer der Zwölf Apostel Jünger


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ απόστολος απόστολοι
Genitiv αποστόλου αποστόλων
Akkusativ απόστολο αποστόλους
Vokativ απόστολε απόστολοι
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15