απορώ  Verb  [aporo, aporw]

Ähnliche Bedeutung wie απορώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze απορώ

... εποχή, που τον ανάγκασε να περάσει περίπου έξι μήνες στο νοσοκομείο των απόρων Santa Maria della Consolazione. Εκεί, χάρη στις προσπάθειες του ηγούμενου ...

... την απόσυρση του ελληνικού στρατού από την Μικρά Ασία; Στη συγκεκριμένη απορία, απάντηση δίνει το ρητορικό ερώτημα του Γούναρη προς εκείνους που τον συμβούλευαν ...

... Τέλος και τω παναλκεί θεώ δόξα και τιμή. Ειλήφασι τέλος τα άπορα της παλαιάς γραφής δια χειρός Νικηφόρου ιερομονάχου Πριγγελέως του Αθηναίου — Σημείωση ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze sich wundern über

... Möglichkeit von Wundern grundsätzlich. Agnostizismus und Skeptizismus bestreiten die Erkennbarkeit höherer Ursachen, so dass sie Wundern und Wunderglauben ...

... 0-89087-585-5 Ein Kurs in Wundern (1994). Greuthof, Gutach i.Br., ISBN 3-923662-18-1 Die Ergänzungen zu Ein Kurs in Wundern: 1. Psychotherapie: Zweck ...

... Stadt die sich über Siedlungsreste aus der Zeit um 2.000 v. Chr. erstreckt und die nach der Eingliederung des Landkreises Taichung mit nun über 2,6 Millionen ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΠΟΡΩ
I am surprised
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
απορώαπορούμε
απορείςαπορείτε
απορείαπορούν(ε)
Imper
fekt
απορούσααπορούσαμε
απορούσεςαπορούσατε
απορούσεαπορούσαν(ε)
Aoristαπόρησααπορήσαμε
απόρησεςαπορήσατε
απόρησεαπόρησαν, απορήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω απορήσειέχουμε απορήσει
έχεις απορήσειέχετε απορήσει
έχει απορήσειέχουν απορήσει
Plu
perf
ekt
είχα απορήσειείχαμε απορήσει
είχες απορήσειείχατε απορήσει
είχε απορήσειείχαν απορήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα απορώθα απορούμε
θα απορείςθα απορείτε
θα απορείθα απορούν(ε)
Fut
ur
θα απορήσωθα απορήσουμε
θα απορήσειςθα απορήσετε
θα απορήσειθα απορήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω απορήσειθα έχουμε απορήσει
θα έχεις απορήσειθα έχετε απορήσει
θα έχει απορήσειθα έχουν απορήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να απορώνα απορούμε
να απορείςνα απορείτε
να απορείνα απορούν(ε)
Aoristνα απορήσωνα απορήσουμε, να απορήσομε
να απορήσειςνα απορήσετε
να απορήσεινα απορήσουν(ε)
Perfνα έχω απορήσεινα έχουμε απορήσει
να έχεις απορήσεινα έχετε απορήσει
να έχει απορήσεινα έχουν απορήσει
Imper
ativ
Presαπορείτε
Aoristαπόρησεαπορήστε, απορήσετε
Part
izip
Presαπορώντας
Perfέχοντας απορήσει
InfinAoristαπορήσει


Griechische Definition zu απορώ

απορώ [aporó] .9α μππ. απορημένος : δεν μπορώ να δώσω μια λογική εξήγηση για κτ. που συμβαίνει, παραξενεύομαι, έχω απορία για κτ.: απορώ πώς μπόρεσε να αντιμετωπίσει μια τόσο δύσκολη κατάσταση. Aπόρησα με τα νέα που άκουσα. απορώ με την αφέλεια που είχες να τον πιστέψεις. (Δεν) είναι να απορεί κανείς με όσα συμβαίνουν. (έκφρ.) απορώ και εξίσταμαι, για να εκφράσουμε πολύ μεγάλη απορία. || (μππ.) εκφράζοντας απορία: Mε κοίταξε απορημένος.

[λόγ. < αρχ. ἀπορῶ]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu απορώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15