απολυμαίνω  Verb  [apolimeno, apolymainw]

Ähnliche Bedeutung wie απολυμαίνω

Noch keine Synonyme

Grammatik


ΑΠΟΛΥΜΑΙΝΩ
I decontaminate
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
απολυμαίνωαπολυμαίνουμε, απολυμαίνομεαπολυμαίνομαιαπολυμαινόμαστε
απολυμαίνειςαπολυμαίνετεαπολυμαίνεσαιαπολυμαίνεστε, απολυμαινόσαστε
απολυμαίνειαπολυμαίνουν(ε)απολυμαίνεταιαπολυμαίνονται
Imper
fekt
απολύμαινααπολυμαίναμεαπολυμαινόμουν(α)απολυμαινόμαστε, απολυμαινόμασταν
απολύμαινεςαπολυμαίνατεαπολυμαινόσουν(α)απολυμαινόσαστε, απολυμαινόσασταν
απολύμαινεαπολύμαιναν, απολυμαίναν(ε)απολυμαινόταν(ε)απολυμαίνονταν, απολυμαινόντανε, απολυμαινόντουσαν
Aoristαπολύμανααπολυμάναμεαπολυμάνθηκααπολυμανθήκαμε
απολύμανεςαπολυμάνατεαπολυμάνθηκεςαπολυμανθήκατε
απολύμανεαπολύμαναν, απολυμάναν(ε)απολυμάνθηκεαπολυμάνθηκαν, απολυμανθήκαν(ε)
Per
fect
έχω απολυμάνει
έχω απολυμασμένο
έχουμε απολυμάνει
έχουμε απολυμασμένο
έχω απολυμανθεί
είμαι απολυμασμένος, -η
έχουμε απολυμανθεί
είμαστε απολυμασμένοι, -ες
έχεις απολυμάνει
έχεις απολυμασμένο
έχετε απολυμάνει
έχετε απολυμασμένο
έχεις απολυμανθεί
είσαι απολυμασμένος, -η
έχετε απολυμανθεί
είστε απολυμασμένοι, -ες
έχει απολυμάνει
έχει απολυμασμένο
έχουν απολυμάνει
έχουν απολυμασμένο
έχει απολυμανθεί
είναι απολυμασμένος, -η, -ο
έχουν απολυμανθεί
είναι απολυμασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα απολυμάνει
είχα απολυμασμένο
είχαμε απολυμάνει
είχαμε απολυμασμένο
είχα απολυμανθεί
ήμουν απολυμασμένος, -η
είχαμε απολυμανθεί
ήμαστε απολυμασμένοι, -ες
είχες απολυμάνει
είχες απολυμασμένο
είχατε απολυμάνει
είχατε απολυμασμένο
είχες απολυμανθεί
ήσουν απολυμασμένος, -η
είχατε απολυμανθεί
ήσαστε απολυμασμένοι, -ες
είχε απολυμάνει
είχε απολυμασμένο
είχαν απολυμάνει
είχαν απολυμασμένο
είχε απολυμανθεί
ήταν απολυμασμένος, -η, -ο
είχαν απολυμανθεί
ήταν απολυμασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα απολυμαίνωθα απολυμαίνουμε, θα απολυμαίνομεθα απολυμαίνομαιθα απολυμαινόμαστε
θα απολυμαίνειςθα απολυμαίνετεθα απολυμαίνεσαιθα απολυμαίνεστε, θα απολυμαινόσαστε
θα απολυμαίνειθα απολυμαίνουν(ε)θα απολυμαίνεταιθα απολυμαίνονται
Fut
ur
θα απολυμάνωθα απολυμάνουμε, θα απολυμάνομεθα απολυμανθώθα απολυμανθούμε
θα απολυμάνειςθα απολυμάνετεθα απολυμανθείςθα απολυμανθείτε
θα απολυμάνειθα απολυμάνουν(ε)θα απολυμανθείθα απολυμανθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω απολυμάνει
θα έχω απολυμασμένο
θα έχουμε απολυμάνει
θα έχουμε απολυμασμένο
θα έχω απολυμανθεί
θα είμαι απολυμασμένος, -η
θα έχουμε απολυμανθεί
θα είμαστε απολυμασμένοι, -ες
θα έχεις απολυμάνει
θα έχεις απολυμασμένο
θα έχετε απολυμάνει
θα έχετε απολυμασμένο
θα έχεις απολυμανθεί
θα είσαι απολυμασμένος, -η
θα έχετε απολυμανθεί
θα είστε απολυμασμένοι, -ες
θα έχει απολυμάνει
θα έχει απολυμασμένο
θα έχουν απολυμάνει
θα έχουν απολυμασμένο
θα έχει απολυμανθεί
θα είναι απολυμασμένος, -η, -ο
θα έχουν απολυμανθεί
θα είναι απολυμασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να απολυμαίνωνα απολυμαίνουμε, να απολυμαίνομενα απολυμαίνομαινα απολυμαινόμαστε
να απολυμαίνειςνα απολυμαίνετενα απολυμαίνεσαινα απολυμαίνεστε, να απολυμαινόσαστε
να απολυμαίνεινα απολυμαίνουν(ε)να απολυμαίνεταινα απολυμαίνονται
Aoristνα απολυμάνωνα απολυμάνουμε, να απολυμάνομενα απολυμανθώνα απολυμανθούμε
να απολυμάνειςνα απολυμάνετενα απολυμανθείςνα απολυμανθείτε
να απολυμάνεινα απολυμάνουν(ε)να απολυμανθείνα απολυμανθούν(ε)
Perfνα έχω απολυμάνει
να έχω απολυμασμένο
να έχουμε απολυμάνει
να έχουμε απολυμασμένο
να έχω απολυμανθεί
να είμαι απολυμασμένος, -η
να έχουμε απολυμανθεί
να είμαστε απολυμασμένοι, -ες
να έχεις απολυμάνει
να έχεις απολυμασμένο
να έχετε απολυμάνει
να έχετε απολυμασμένο
να έχεις απολυμανθεί
να είσαι απολυμασμένος, -η
να έχετε απολυμανθεί
να είστε απολυμασμένοι, -ες
να έχει απολυμάνει
να έχει απολυμασμένο
να έχουν απολυμάνει
να έχουν απολυμασμένο
να έχει απολυμανθεί
να είναι απολυμασμένος, -η, -ο
να έχουν απολυμανθεί
να είναι απολυμασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαπολύμαινεαπολυμαίνετεαπολυμαίνεστε
Aoristαπολύμανεαπολυμάνετεαπολυμανθείτε
Part
izip
Presαπολυμαίνονταςαπολυμαινόμενος
Perfέχοντας απολυμάνει, έχοντας απολυμασμένοαπολυμασμένος, -η, -οαπολυμασμένοι, -ες, -α
InfinAoristαπολυμάνειαπολυμανθεί




Griechische Definition zu απολυμαίνω

απολυμαίνω [apodivméno] -ομαι : καταστρέφω τα νοσογόνα μικρόβια με ειδική διαδικασία (με χημικά μέσα, με βρασμό κ.ά.): Tα ιατρικά εργαλεία πρέπει να απολυμαίνονται πριν από κάθε χρήση. Tο νερό απολυμαίνεται με χλώριο.

[λόγ. ενεργ. < αρχ. ἀπολυμαίνομαι `καθαρίζω από άγος΄ σημδ. γαλλ. désinfecter]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu απολυμαίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15