απολογούμαι  Verb  [apologume, apolorume, apologoymai]

Ähnliche Bedeutung wie απολογούμαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze απολογούμαι

... -stiv-giatzogloy-vid.  «Αμετανόητος ο Γιατζόγλου στον ΣΠΟΡ FM: «Δεν απολογούμαι σε κανέναν»!». http://www.sport-fm.gr/videos/24083255.  Βιογραφικό ...

... παθητική φωνή έχουν καταλήξεις -ιέμαι, -ούμαι, -άμαι, π.χ. αγαπιέμαι, απολογούμαι, φοβάμαι. Στην πρώτη συζυγία υπάρχει μια τάξη, ενώ στη δεύτερη συζυγία ...

... και του επιβλήθηκε να απολογηθεί και να πληρώσει αποζημίωση. Ο Ζέμαν αρχικά αγνόησε την απόφαση, μέχρι που το 2001 απολογήθηκε. Το 2000 το δικαστήριο ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze sich verteidigen

... Tom weiß, wie er sich verteidigen muss. ...

Quelle: dinkel_girl

Grammatik


ΑΠΟΛΟΓΟΥΜΑΙ
I defend myself
Middle
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
απολογούμαιαπολογούμαστε
απολογείσαιαπολογείστε
απολογείταιαπολογούνται
Imper
fekt
απολογούμουναπολογούμαστε
απολογούνταν, απολογείτοαπολογούνταν, απολογούντο
Aoristαπολογήθηκααπολογηθήκαμε
απολογήθηκεςαπολογηθήκατε
απολογήθηκεαπολογήθηκαν, απολογηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω απολογηθείέχουμε απολογηθεί
έχεις απολογηθείέχετε απολογηθεί
έχει απολογηθείέχουν απολογηθεί
Plu
perf
ekt
είχα απολογηθείείχαμε απολογηθεί
είχες απολογηθείείχατε απολογηθεί
είχε απολογηθείείχαν απολογηθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα απολογούμαιθα απολογούμαστε
θα απολογείσαιθα απολογείστε
θα απολογείταιθα απολογούνται
Fut
ur
θα απολογηθώθα απολογηθούμε
θα απολογηθείςθα απολογηθείτε
θα απολογηθείθα απολογηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω απολογηθείθα έχουμε απολογηθεί
θα έχεις απολογηθείθα έχετε απολογηθεί
θα έχει απολογηθείθα έχουν απολογηθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να απολογούμαινα απολογούμαστε
να απολογείσαινα απολογείστε
να απολογείταινα απολογούνται
Aoristνα απολογηθώνα απολογηθούμε
να απολογηθείςνα απολογηθείτε
να απολογηθείνα απολογηθούν(ε)
Perfνα έχω απολογηθείνα έχουμε απολογηθεί
να έχεις απολογηθείνα έχετε απολογηθεί
να έχει απολογηθείνα έχουν απολογηθεί
Imper
ativ
Presαπολογείστε
Aoristαπολογήσουαπολογηθείτε
Part
izip
Pres
Perf
InfinAoristαπολογηθεί


Griechische Definition zu απολογούμαι

απολογούμαι [apoloγúme] .9β : υπερασπίζω τον εαυτό μου με γραπτή ή προφορική ομιλία ή γενικά δίνω εξηγήσεις σχετικά με κατηγορία που με βαρύνει: Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να απολογηθεί. Οι κατηγορούμενοι ζήτησαν τριήμερη προθεσμία για να απολογηθούν. || (επέκτ.) δίνω λόγο, παρέχω εξηγήσεις σε κπ. για να δικαιολογήσω κτ. που έχω κάνει: Δε χρειάζεται να απολογείσαι γι΄ αυτά που είπες / που έκανες.

[λόγ. < αρχ. ἀπολογοῦμαι]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu απολογούμαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15