αποκάνω  Verb  [apokano, apokanw]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie αποκάνω

Noch keine Synonyme

Grammatik


ΑΠΟΚΑΝΩ
I get tired
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αποκάνωαποκάνουμε, αποκάνομε
αποκάνειςαποκάνετε
αποκάνειαποκάνουν(ε)
Imper
fekt
απόκανααποκάναμε
απόκανεςαποκάνατε
απόκανεαπόκαναν, αποκάναν(ε)
Aoristαπόκανα, απόαποκαμααποκάναμε, αποκάμαμε
απόκανες, απόαποκαμεςαποκάνατε, αποκάματε
απόκανε, απόαποκαμεαπόκαναν, αποκάναν(ε), απόαποκαμαν, αποκάμαν(ε)
Per
fect
έχω αποκάνει
έχω αποκάμει
έχω αποκαμωμένο
έχουμε αποκάνει
έχουμε αποκάμει
έχουμε αποκαμωμένο
έχεις αποκάνει
έχεις αποκάμει
έχεις αποκαμωμένο
έχετε αποκάνει
έχετε αποκάμει
έχετε αποκαμωμένο
έχει αποκάνει
έχει αποκάμει
έχει αποκαμωμένο
έχουν αποκάνει
έχουν αποκάμει
έχουν αποκαμωμένο
Plu
per
fect
είχα αποκάνει
είχα αποκάμει
είχα αποκαμωμένο
είχαμε αποκάνει
είχαμε αποκάμει
είχαμε αποκαμωμένο
είχες αποκάνει
είχες αποκάμει
είχες αποκαμωμένο
είχατε αποκάνει
είχατε αποκάμει
είχατε αποκαμωμένο
είχε αποκάνει
είχε αποκάμει
είχε αποκαμωμένο
είχαν αποκάνει
είχαν αποκάμει
είχαν αποκαμωμένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αποκάνωθα αποκάνουμε, θα αποκάνομε
θα αποκάνειςθα αποκάνετε
θα αποκάνειθα αποκάνουν(ε)
Fut
ur
θα αποκάνω, θα αποκάμωθα αποκάνουμε, θα αποκάμουμε
θα αποκάνεις, θα αποκάμειςθα αποκάνετε, θα αποκάμετε
θα αποκάνει, θα αποκάμειθα αποκάνουν(ε), θα αποκάμουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αποκάνει
θα έχω αποκάμει
θα έχω αποκαμωμένο
θα έχουμε αποκάνει
θα έχουμε αποκάμει
θα έχουμε αποκαμωμένο
θα έχεις αποκάνει
θα έχεις αποκάμει
θα έχεις αποκαμωμένο
θα έχετε αποκάνει
θα έχετε αποκάμει
θα έχετε αποκαμωμένο
θα έχει αποκάνει
θα έχει αποκάμει
θα έχει αποκαμωμένο
θα έχουν αποκάνει
θα έχουν αποκάμει
θα έχουν αποκαμωμένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αποκάνωνα αποκάνουμε, να αποκάνομε
να αποκάνειςνα αποκάνετε
να αποκάνεινα αποκάνουν(ε)
Aoristνα αποκάνω, να αποκάμωνα αποκάνουμε, να αποκάμουμε
να αποκάνεις, να αποκάμειςνα αποκάνετε, να αποκάμετε
να αποκάνει, να αποκάμεινα αποκάνουν(ε), να αποκάμουν(ε)
Perfνα έχω αποκάνει
να έχω αποκάμει
να έχω αποκαμωμένο
να έχουμε αποκάνει
να έχουμε αποκάμει
να έχουμε αποκαμωμένο
να έχεις αποκάνει
να έχεις αποκάμει
να έχεις αποκαμωμένο
να έχετε αποκάνει
να έχετε αποκάμει
να έχετε αποκαμωμένο
να έχει αποκάνει
να έχει αποκάμει
να έχει αποκαμωμένο
να έχουν αποκάνει
να έχουν αποκάμει
να έχουν αποκαμωμένο
Imper
ativ
Presαποκάνεαποκάνετε
Aoristαποκάνε, αποκάμεαποκάντε, αποκάμετε
Part
izip
Presαποκάνοντας
Perfέχοντας αποκάνει
έχοντας αποκάμει
έχοντας αποκαμωμένο
InfinAoristαποκάνει, αποκάμει


Griechische Definition zu αποκάνω

αποκάνω [apokáno] & αποκάμνω [apokámno] Ρ αόρ. απόκαμα και απόκανα, απαρέμφ. αποκάνει και αποκάμει, μππ. αποκαμωμένος : I.κουράζομαι, εξαντλούμαι από (την) κούραση: Aπόκανα να περπατάω τόσες ώρες στον καυτό ήλιο. Είναι αποκαμωμένος από την πολύωρη εργασία. Aπόκαμα να τους ρωτάω και να μην παίρνω απάντηση, σταμάτησα κουρασμένος και απαυδισμένος. II. (προφ.) α. τελειώνω κτ. εντελώς, αποτελειώνω. β. με διάφορες ενέργειες καταλήγω σε κάποιο αποτέλεσμα: Tι απόκαμες με την υπόθεση;

[I: μσν. αποκάνω < αρχ. ἀποκάμνω κατά το κάμνω > κάνω· II: κατά το απο-3 (πρβ. αρχ. σημ.: `σταματώ να κάνω΄)· αρχ. ἀποκάμνω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αποκάνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15