απλοποιώ Verb  [aplopio, aplopoiw]

  Verb
(1)

Etymologie zu απλοποιώ

απλοποιώ απλός + -ο- + -ποιώ ((Lehnübersetzung) französisch simplifier)


GriechischDeutsch
Χωρίς να απλοποιώ τα πράγματα αυτά τελειώνουν όταν το πεις εσύ.Ohne zu sehr zu vereinfachen, aber es ist vorbei, wenn Sie es sagen.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter
Deutsche Synonyme
vereinfachen
leichter machen

Grammatik

Grammatik zu απλοποιώ

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
απλοποιώαπλοποιούμεαπλοποιούμαιαπλοποιούμαστε, απλοποιόμαστε
απλοποιείςαπλοποιείτεαπλοποιείσαιαπλοποιείστε, απλοποιόσαστε
απλοποιείαπλοποιούν(ε)απλοποιείταιαπλοποιούνται
Imper
fekt
απλοποιούσααπλοποιούσαμεαπλοποιούμουν
απλοπιόμουν(α)
απλοποιούμαστε
απλοποιόμαστε, απλοποιόμασταν
απλοποιούσεςαπλοποιούσατεαπλοποιόσουν(α)απλοποιόσαστε, απλοποιόσασταν
απλοποιούσεαπλοποιούσαν(ε)απλοποιούνταν, απλοποιείτο
απλοποιόταν(ε)
απλοποιούνταν, απλοποιούντο
απλοποιόνταν(ε), απλοποιόντουσαν
Aoristαπλοποίησααπλοποιήσαμεαπλοποιήθηκααπλοποιηθήκαμε
απλοποίησεςαπλοποιήσατεαπλοποιήθηκεςαπλοποιηθήκατε
απλοποίησεαπλοποίησαν, απλοποιήσαν(ε)απλοποιήθηκεαπλοποιήθηκαν, απλοποιηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω απλοποιήσει
έχω απλοποιημένο
έχουμε απλοποιήσει
έχουμε απλοποιημένο
έχω απλοποιηθεί
είμαι απλοποιημένος, -η
έχουμε απλοποιηθεί
είμαστε απλοποιημένοι, -ες
έχεις απλοποιήσει
έχεις απλοποιημένο
έχετε απλοποιήσει
έχετε απλοποιημένο
έχεις απλοποιηθεί
είσαι απλοποιημένος, -η
έχετε απλοποιηθεί
είστε απλοποιημένοι, -ες
έχει απλοποιήσει
έχει απλοποιημένο
έχουν απλοποιήσει
έχουν απλοποιημένο
έχει απλοποιηθεί
είναι απλοποιημένος, -η, -ο
έχουν απλοποιηθεί
είναι απλοποιημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα απλοποιήσει
είχα απλοποιημένο
είχαμε απλοποιήσει
είχαμε απλοποιημένο
είχα απλοποιηθεί
ήμουν απλοποιημένος, -η
είχαμε απλοποιηθεί
ήμαστε απλοποιημένοι, -ες
είχες απλοποιήσει
είχες απλοποιημένο
είχατε απλοποιήσει
είχατε απλοποιημένο
είχες απλοποιηθεί
ήσουν απλοποιημένος, -η
είχατε απλοποιηθεί
ήσαστε απλοποιημένοι, -ες
είχε απλοποιήσει
είχε απλοποιημένο
είχαν απλοποιήσει
είχαν απλοποιημένο
είχε απλοποιηθεί
ήταν απλοποιημένος, -η, -ο
είχαν απλοποιηθεί
ήταν απλοποιημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα απλοποιώθα απλοποιούμεθα απλοποιούμαιθα απλοποιούμαστε, θα απλοποιόμαστε
θα απλοποιείςθα απλοποιείτεθα απλοποιείσαιθα απλοποιείστε, θα απλοποιόσαστε
θα απλοποιείθα απλοποιούν(ε)θα απλοποιείταιθα απλοποιούνται
Fut
ur
θα απλοποιήσωθα απλοποιήσουμεθα απλοποιηθώθα απλοποιηθούμε
θα απλοποιήσειςθα απλοποιήσετεθα απλοποιηθείςθα απλοποιηθείτε
θα απλοποιήσειθα απλοποιήσουν(ε)θα απλοποιηθείθα απλοποιηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω απλοποιήσει
θα έχω απλοποιημένο
θα έχουμε απλοποιήσει
θα έχουμε απλοποιημένο
θα έχω απλοποιηθεί
θα είμαι απλοποιημένος, -η
θα έχουμε απλοποιηθεί
θα είμαστε απλοποιημένοι, -ες
θα έχεις απλοποιήσει
θα έχεις απλοποιημένο
θα έχετε απλοποιήσει
θα έχετε απλοποιημένο
θα έχεις απλοποιηθεί
θα είσαι απλοποιημένος, -η
θα έχετε απλοποιηθεί
θα είστε απλοποιημένοι, -η
θα έχει απλοποιήσει
θα έχει απλοποιημένο
θα έχουν απλοποιήσει
θα έχουν απλοποιημένο
θα έχει απλοποιηθεί
θα είναι απλοποιημένος, -η, -ο
θα έχουν απλοποιηθεί
θα είναι απλοποιημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να απλοποιώνα απλοποιούμενα απλοποιούμαινα απλοποιούμαστε, να απλοποιόμαστε
να απλοποιείςνα απλοποιείτενα απλοποιείσαινα απλοποιείστε, να απλοποιόσαστε
να απλοποιείνα απλοποιούν(ε)να απλοποιείταινα απλοποιούνται
Aoristνα απλοποιήσωνα απλοποιήσουμε, να απλοποιήσομενα απλοποιηθώνα απλοποιηθούμε
να απλοποιήσειςνα απλοποιήσετενα απλοποιηθείςνα απλοποιηθείτε
να απλοποιήσεινα απλοποιήσουν(ε)να απλοποιηθείνα απλοποιηθούν(ε)
Perfνα έχω απλοποιήσει
να έχω απλοποιημένο
να έχουμε απλοποιήσει
να έχουμε απλοποιημένο
να έχω απλοποιηθεί
να είμαι απλοποιημένος, -η
να έχουμε απλοποιηθεί
να είμαστε απλοποιημένοι, -ες
να έχεις απλοποιήσει
να έχεις απλοποιημένο
να έχετε απλοποιήσει
να έχετε απλοποιημένο
να έχεις απλοποιηθεί
να είσαι απλοποιημένος, -η
να έχετε απλοποιηθεί
να είστε απλοποιημένοι, -ες
να έχει απλοποιήσει
να έχει απλοποιημένο
να έχουν απλοποιήσει
να έχουν απλοποιημένο
να έχει απλοποιηθεί
να είναι απλοποιημένος, -η, -ο
να έχουν απλοποιηθεί
να είναι απλοποιημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαπλοποιείτεαπλοποιείστε
Aoristαπλοποίησεαπλοποιήστε, απλοποιήσετεαπλοποιήσουαπλοποιηθείτε
Part
izip
Presαπλοποιώντας
Perfέχοντας απλοποιήσει, έχοντας απλοποιημένοαπλοποιημένος, -η, -οαπλοποιημένοι, -ες, -α
InfinAoristαπλοποιήσειαπλοποιηθεί





Griechische Definition zu απλοποιώ

απλοποιώ [aplopió] -ούμαι : 1.κάνω κτ. λιγότερο σύνθετο και συνεπώς πιο εύκολο στη χρήση ή πιο ευκολονόητο· απλουστεύω: Οι μηχανές απλοποιούν τη ζωή μας. Aπλοποιήθηκε η διαδικασία για την έκδοση διαβατηρίων. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback