απεργώ  Verb  [apergo, aperro, apergw]

Ähnliche Bedeutung wie απεργώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze απεργώ

... Η απεργία αποτελεί μέσο έκφρασης του δικαιώματος της συνδικαλιστικής ελευθερίας και μέσο άσκησης πίεσης εργαζομένων σε σχέση εξηρτημένης εργασίας κατά ...

... Η Ελεάνα Απέργη (Αθήνα 19 Φεβρουαρίου 1932-) είναι Ελληνίδα Ηθοποιός. Αποφοίτησε από την Δραματική σχολή "Κωστή Μιχαηλίδη" το 1955. Ως μαθήτρια του Γυμνασίου ...

... Ο Νικόλαος Απέργης είναι καθηγητής στο τμήμα Χρηματοοικονομικής και Τραπεζικής Διοίκησης στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze streiken

... Die Arbeiter streiken für eine bessere Bezahlung. ...

... Wir streiken deshalb, weil die Firma unsere Gehälter nicht verbessert hat. ...

... Die Busfahrer streiken heute. ...

Quelle: Manfredo, TomSFox, MUIRIEL

Grammatik


απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
απεργήσει
μετοχή (ενεστώτας)
απεργώντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας απεργώ απεργείς απεργεί απεργούμε απεργείτε απεργούν
παρατατικός απεργούσα απεργούσες απεργούσε απεργούσαμε απεργούσατε απεργούσαν
αόριστος απέργησα απέργησες απέργησε απεργήσαμε απεργήσατε απέργησαν


περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα απεργώ θα απεργείς θα απεργεί θα απεργούμε θα απεργείτε θα απεργούν
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα απεργήσω θα απεργήσεις θα απεργήσει θα απεργήσουμε θα απεργήσετε θα απεργήσουν
παρακείμενος α' έχω απεργήσει έχεις απεργήσει έχει απεργήσει έχουμε απεργήσει έχετε απεργήσει έχουν απεργήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
υπερσυντέλικος α' είχα απεργήσει είχες απεργήσει είχε απεργήσει είχαμε απεργήσει είχατε απεργήσει είχαν απεργήσει
υπερσυντέλικος β' - - - - - -
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω απεργήσει θα έχεις απεργήσει θα έχει απεργήσει θα έχουμε απεργήσει θα έχετε απεργήσει θα έχουν απεργήσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
- - - - - -
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να απεργώ να απεργείς να απεργεί να απεργούμε να απεργείτε να απεργούν
αόριστος να απεργήσω να απεργήσεις να απεργήσει να απεργήσουμε να απεργήσετε να απεργήσουν
παρακείμενος α' να έχω απεργήσει να έχεις απεργήσει να έχει απεργήσει να έχουμε απεργήσει να έχετε απεργήσει να έχουν απεργήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας απέργει απεργείτε
αόριστος απέργησε απεργήστε




Griechische Definition zu απεργώ

απεργώ [aperγó] .9α αόρ. απήργησα και (σπάν.) απέργησα, απαρέμφ. απεργήσει : αναστέλλω την εργασία μου συμμετέχοντας σε απεργία: Γιατί απεργούν πάλι; Δεν απήργησε. Aπεργούν οι εργάτες / οι υπάλληλοι / οι επαγγελματίες.

[λόγ. απεργ(ός) -ώ]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu απεργώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15