απαγορεύω Verb  [apagorevo, aparorevo, apagoreyw]

  Verb
(2)
  Verb
(0)

Etymologie zu απαγορεύω

απαγορεύω altgriechisch ἀπαγορεύω


GriechischDeutsch
Το απαγορεύω. Δεν μπορείς να μου απαγορέψεις το τι νιώθω.Du kannst meine Gefühle genauso wenig verbieten, wie ich es kann.

Übersetzung nicht bestätigt

Κι εγώ σας απαγορεύω να της το απαγορεύσετε.Ich verbiete Ihnen, es ihr zu verbieten.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu απαγορεύω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
απαγορεύωαπαγορεύουμε, απαγορεύομεαπαγορεύομαιαπαγορευόμαστε
απαγορεύειςαπαγορεύετεαπαγορεύεσαιαπαγορεύεστε, απαγορευόσαστε
απαγορεύειαπαγορεύουν(ε)απαγορεύεταιαπαγορεύονται
Imper
fekt
απαγόρευααπαγορεύαμεαπαγορευόμουν(α)απαγορευόμαστε
απαγόρευεςαπαγορεύατεαπαγορευόσουν(α)απαγορευόσαστε
απαγόρευεαπαγόρευαν, απαγορεύαν(ε)απαγορευόταν(ε)απαγορεύονταν
Aoristαπαγόρευσα, απαγόρεψααπαγορεύσαμε, απαγορέψαμεαπαγορεύτηκα, απαγορεύθηκααπαγορευτήκαμε, απαγορευθήκαμε
απαγόρευσες, απαγόρεψεςαπαγορεύσατε, απαγορέψατεαπαγορεύτηκες, απαγορεύθηκεςαπαγορευτήκατε, απαγορευθήκατε
απαγόρευσε, απαγόρεψεαπαγόρευσαν, απαγορεύσαν(ε)
απαγόρεψαν, απαγορέψαν(ε)
απαγορεύτηκε, απαγορεύθηκεαπαγορεύτηκαν, απαγορευτήκαν(ε)
απαγορεύθηκαν, απαγορευθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω απαγορεύσει
έχω απαγορέψει
έχω απαγορευμένο
έχουμε απαγορεύσει
έχουμε απαγορέψει
έχουμε απαγορευμένο
έχω απαγορευτεί
έχω απαγορευθεί
είμαι απαγορευμένος, -η
έχουμε απαγορευτεί
έχουμε απαγορευθεί
είμαστε απαγορευμένοι, -ες
έχεις απαγορεύσει
έχεις απαγορέψει
έχεις απαγορευμένο
έχετε απαγορεύσει
έχετε απαγορέψει
έχετε απαγορευμένο
έχεις απαγορευτεί
έχεις απαγορευθεί
είσαι απαγορευμένος, -η
έχετε απαγορευτεί
έχετε απαγορευθεί
είστε απαγορευμένοι, -ες
έχει απαγορεύσει
έχει απαγορέψει
έχει απαγορευμένο
έχουν απαγορεύσει
έχουν απαγορέψει
έχουν απαγορευμένο
έχει απαγορευτεί
έχει απαγορευθεί
είναι απαγορευμένος, -η, -ο
έχουν απαγορευτεί
έχουν απαγορευθεί
είναι απαγορευμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα απαγορεύσει
είχα απαγορέψει
είχα απαγορευμένο
είχαμε απαγορεύσει
είχαμε απαγορέψει
είχαμε απαγορευμένο
είχα απαγορευτεί
είχα απαγορευθεί
ήμουν απαγορευμένος, -η
είχαμε απαγορευτεί
είχαμε απαγορευθεί
ήμαστε απαγορευμένοι, -ες
είχες απαγορεύσει
είχες απαγορέψει
είχες απαγορευμένο
είχατε απαγορεύσει
είχατε απαγορέψει
είχατε απαγορευμένο
είχες απαγορευτεί
είχες απαγορευθεί
ήσουν απαγορευμένος, -η
είχατε απαγορευτεί
είχατε απαγορευθεί
ήσαστε απαγορευμένοι, -ες
είχε απαγορεύσει
είχε απαγορέψει
είχε απαγορευμένο
είχαν απαγορεύσει
είχαν απαγορέψει
είχαν απαγορευμένο
είχε απαγορευτεί
είχε απαγορευθεί
ήταν απαγορευμένος, -η, -ο
είχαν απαγορευτεί
είχαν απαγορευθεί
ήταν απαγορευμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα απαγορεύωθα απαγορεύουμε, θα απαγορεύομεθα απαγορεύομαιθα απαγορευόμαστε
θα απαγορεύειςθα απαγορεύετεθα απαγορεύεσαιθα απαγορεύεστε, θα απαγορευόσαστε
θα απαγορεύειθα απαγορεύουν(ε)θα απαγορεύεταιθα απαγορεύονται
Fut
ur
θα απαγορεύσω, θα απαγορέψωθα απαγορεύσουμε, θα απαγορεύσομε
θα απαγορέψουμε, θα απαγορέψομε
θα απαγορευτώ, θα απαγορευθώθα απαγορευτούμε, θα απαγορευθούμε
θα απαγορεύσεις, θα απαγορέψειςθα απαγορεύσετε, θα απαγορέψετεθα απαγορευτείς, θα απαγορευθείςθα απαγορευτείτε, θα απαγορευθείτε
θα απαγορεύσει, θα απαγορέψειθα απαγορεύσουν(ε), θα απαγορέψουν(ε)θα απαγορευτεί, θα απαγορευθείθα απαγορευτούν(ε), θα απαγορευθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω απαγορεύσει
θα έχω απαγορέψει
θα έχω απαγορευμένο
θα έχουμε απαγορεύσει
θα έχουμε απαγορέψει
θα έχουμε απαγορευμένο
θα έχω απαγορευτεί
θα έχω απαγορευθεί
θα είμαι απαγορευμένος, -η
θα έχουμε απαγορευτεί
θα έχουμε απαγορευθεί
θα είμαστε απαγορευμένοι, -ες
θα έχεις απαγορεύσει
θα έχεις απαγορέψει
θα έχεις απαγορευμένο
θα έχετε απαγορεύσει
θα έχετε απαγορέψει
θα έχετε απαγορευμένο
θα έχεις απαγορευτεί
θα έχεις απαγορευθεί
θα είσαι απαγορευμένος, -η
θα έχετε απαγορευτεί
θα έχετε απαγορευθεί
θα είστε απαγορευμένοι, -ες
θα έχει απαγορεύσει
θα έχει απαγορέψει
θα έχει απαγορευμένο
θα έχουν απαγορεύσει
θα έχουν απαγορέψει
θα έχουν απαγορευμένο
θα έχει απαγορευτεί
θα έχει απαγορευθεί
θα είναι απαγορευμένος, -η, -ο
θα έχουν απαγορευτεί
θα έχουν απαγορευθεί
θα είναι απαγορευμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να απαγορεύωνα απαγορεύουμε, να απαγορεύομενα απαγορεύομαινα απαγορευόμαστε
να απαγορεύειςνα απαγορεύετενα απαγορεύεσαινα απαγορεύεστε, να απαγορευόσαστε
να απαγορεύεινα απαγορεύουν(ε)να απαγορεύεταινα απαγορεύονται
Aoristνα απαγορεύσω, να απαγορέψωνα απαγορεύσουμε, να απαγορεύσομε
να απαγορέψουμε, να απαγορέψομε
να απαγορευτώ, να απαγορευθώνα απαγορευτούμε, να απαγορευθούμε
να απαγορεύσεις, να απαγορέψειςνα απαγορεύσετε, να απαγορέψετενα απαγορευτείς, να απαγορευθείςνα απαγορευτείτε, να απαγορευθείτε
να απαγορεύσει, να απαγορέψεινα απαγορεύσουν(ε), να απαγορέψουν(ε)να απαγορευτεί, να απαγορευθείνα απαγορευτούν(ε), να απαγορευθούν(ε)
Perfνα έχω απαγορεύσει
να έχω απαγορέψει
να έχω απαγορευμένο
να έχουμε απαγορεύσει
να έχουμε απαγορέψει
να έχουμε απαγορευμένο
να έχω απαγορευτεί
να έχω απαγορευθεί
να είμαι απαγορευμένος, -η
να έχουμε απαγορευτεί
να έχουμε απαγορευθεί
να είμαστε απαγορευμένοι, -ες
να έχεις απαγορεύσει
να έχεις απαγορέψει
να έχεις απαγορευμένο
να έχετε απαγορεύσει
να έχετε απαγορέψει
να έχετε απαγορευμένο
να έχεις απαγορευτεί
να έχεις απαγορευθεί
να είσαι απαγορευμένος, -η
να έχετε απαγορευτεί
να έχετε απαγορευθεί
να είστε απαγορευμένοι, -ες
να έχει απαγορεύσει
να έχει απαγορέψει
να έχει απαγορευμένο
να έχουν απαγορεύσει
να έχουν απαγορέψει
να έχουν απαγορευμένο
να έχει απαγορευτεί
να έχει απαγορευθεί
να είναι απαγορευμένος, -η, -ο
να έχουν απαγορευτεί
να έχουν απαγορευθεί
να είναι απαγορευμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαπαγόρευεαπαγορεύετεαπαγορεύεστε
Aoristαπαγόρευσε, απαγόρεψεαπαγορεύστε, απαγορεύσετε
απαγορέψτε, απαγορέψετε
απαγορεύσουαπαγορευτείτε, απαγορευθείτε
Part
izip
Presαπαγορεύονταςαπαγορευόμενος
Perfέχοντας απαγορεύσει, έχοντας απαγορέψει
έχοντας απαγορευμένο
απαγορευμένος, -η, -οαπαγορευμένοι, -ες, -α
InfinAoristαπαγορεύσει, απαγορέψειαπαγορευτεί, απαγορευθεί







Griechische Definition zu απαγορεύω

απαγορεύω [apaγorévo] -ομαι : με βάση ειδική διαταγή, δεν επιτρέπω, εμποδίζω να γίνει κτ. ή εμποδίζω κπ. να κάνει κτ.: H αστυνομία απαγορεύει τις διαδηλώσεις. Aπαγορεύεται το κάπνισμα / η είσοδος. Aπαγορεύτηκε η στάθμευση στο κέντρο της πόλης. || Σου απαγορεύω να μιλάς μ΄ αυτόν τον τρόπο. Ο γιατρός μού απαγόρεψε τα αλμυρά. Aπαγορευμένα παιχνίδια. ΦΡ απαγορευμένος καρπός*. || (νομ.) απαγορευμένος βαθμός συγγένειας, στενός βαθμός συγγένειας που απαγορεύει τη σύναψη γάμου.

[λόγ. < αρχ. ἀπαγορεύω]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback