απ    [ap]

  
(0)

GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu απ

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie απ

Deutsche Synonyme zu απ




Griechische Definition zu απ

απ [áp] επιφ. : για ξαφνική και απροσδόκητη κίνηση: απ! και σ΄ έπια σα! Kαι εκεί που στεκότανε, κάνει μια απ! και εξαφανίζεται.

[ηχομιμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback