αντλώ  Verb  [antlo, antlw]

Ähnliche Bedeutung wie αντλώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αντλώ

... Η αντλία είναι ένα μηχάνημα που χρησιμοποιείται για την μετακίνηση υγρών και αερίων. Οι αντλίες γενικά επιτυγχάνουν κίνηση του υγρού μέσω μηχανικής δράσης ...

... Η αντλία νατρίου-καλίου ή ATPάση Na-K είναι μια διαμεμβρανική πρωτεΐνη αντλία που συνδυάζει την είσοδο δύο ιόντων καλίου με την έξοδο τριών ιόντων νατρίου ...

... Συντεταγμένες: 10h 00m 00s, −30° 00′ 00″ Με την ονομασία Αντλία (Λατινικά, ονομαστική: Antlia, γενική: Antliae, αστρον. σύμβολο: Ant), φέρεται αστερισμός ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΝΤΛΩ
I pump
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αντλώαντλούμεαντλούμαιαντλούμαστε
αντλείςαντλείτεαντλείσαιαντλείστε
αντλείαντλούν(ε)αντλείταιαντλούνται
Imper
fekt
αντλούσααντλούσαμεαντλούμουναντλούμαστε
αντλούσεςαντλούσατε
αντλούσεαντλούσαν(ε)αντλούνταν, αντλείτοαντλούνταν, αντλούντο
Aoristάντλησααντλήσαμεαντλήθηκααντληθήκαμε
άντλησεςαντλήσατεαντλήθηκεςαντληθήκατε
άντλησεάντλησαν, αντλήσαν(ε)αντλήθηκεαντλήθηκαν, αντληθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω αντλήσει
έχω αντλημένο
έχουμε αντλήσει
έχουμε αντλημένο
έχω αντληθεί
είμαι αντλημένος, -η
έχουμε αντληθεί
είμαστε αντλημένοι, -ες
έχεις αντλήσει
έχεις αντλημένο
έχετε αντλήσει
έχετε αντλημένο
έχεις αντληθεί
είσαι αντλημένος, -η
έχετε αντληθεί
είστε αντλημένοι, -ες
έχει αντλήσει
έχει αντλημένο
έχουν αντλήσει
έχουν αντλημένο
έχει αντληθεί
είναι αντλημένος, -η, -ο
έχουν αντληθεί
είναι αντλημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα αντλήσει
είχα αντλημένο
είχαμε αντλήσει
είχαμε αντλημένο
είχα αντληθεί
ήμουν αντλημένος, -η
είχαμε αντληθεί
ήμαστε αντλημένοι, -ες
είχες αντλήσει
είχες αντλημένο
είχατε αντλήσει
είχατε αντλημένο
είχες αντληθεί
ήσουν αντλημένος, -η
είχατε αντληθεί
ήσαστε αντλημένοι, -ες
είχε αντλήσει
είχε αντλημένο
είχαν αντλήσει
είχαν αντλημένο
είχε αντληθεί
ήταν αντλημένος, -η, -ο
είχαν αντληθεί
ήταν αντλημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αντλώθα αντλούμεθα αντλούμαιθα αντλούμαστε
θα αντλείςθα αντλείτεθα αντλείσαιθα αντλείστε
θα αντλείθα αντλούν(ε)θα αντλείταιθα αντλούνται
Fut
ur
θα αντλήσωθα αντλήσουμεθα αντληθώθα αντληθούμε
θα αντλήσειςθα αντλήσετεθα αντληθείςθα αντληθείτε
θα αντλήσειθα αντλήσουν(ε)θα αντληθείθα αντληθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αντλήσει
θα έχω αντλημένο
θα έχουμε αντλήσει
θα έχουμε αντλημένο
θα έχω αντληθεί
θα είμαι αντλημένος, -η
θα έχουμε αντληθεί
θα είμαστε αντλημένοι, -ες
θα έχεις αντλήσει
θα έχεις αντλημένο
θα έχετε αντλήσει
θα έχετε αντλημένο
θα έχεις αντληθεί
θα είσαι αντλημένος, -η
θα έχετε αντληθεί
θα είστε αντλημένοι, -η
θα έχει αντλήσει
θα έχει αντλημένο
θα έχουν αντλήσει
θα έχουν αντλημένο
θα έχει αντληθεί
θα είναι αντλημένος, -η, -ο
θα έχουν αντληθεί
θα είναι αντλημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αντλώνα αντλούμενα αντλούμαινα αντλούμαστε
να αντλείςνα αντλείτενα αντλείσαινα αντλείστε
να αντλείνα αντλούν(ε)να αντλείταινα αντλούνται
Aoristνα αντλήσωνα αντλήσουμε, να αντλήσομενα αντληθώνα αντληθούμε
να αντλήσειςνα αντλήσετενα αντληθείςνα αντληθείτε
να αντλήσεινα αντλήσουν(ε)να αντληθείνα αντληθούν(ε)
Perfνα έχω αντλήσει
να έχω αντλημένο
να έχουμε αντλήσει
να έχουμε αντλημένο
να έχω αντληθεί
να είμαι αντλημένος, -η
να έχουμε αντληθεί
να είμαστε αντλημένοι, -ες
να έχεις αντλήσει
να έχεις αντλημένο
να έχετε αντλήσει
να έχετε αντλημένο
να έχεις αντληθεί
να είσαι αντλημένος, -η
να έχετε αντληθεί
να είστε αντλημένοι, -ες
να έχει αντλήσει
να έχει αντλημένο
να έχουν αντλήσει
να έχουν αντλημένο
να έχει αντληθεί
να είναι αντλημένος, -η, -ο
να έχουν αντληθεί
να είναι αντλημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαντλείτεαντλείστε
Aoristάντλησεαντλήστε, αντλήσετεαντλήσουαντληθείτε
Part
izip
Presαντλώνταςαντλούμενος
Perfέχοντας αντλήσει, έχοντας αντλημένοαντλημένος, -η, -οαντλημένοι, -ες, -α
InfinAoristαντλήσειαντληθεί



Person Wortform
Präsens ich pumpe
du pumpst
er, sie, es pumpt
Präteritum ich pumpte
Konjunktiv II ich pumpte
Imperativ Singular pump!
pumpe!
Plural pumpt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gepumpt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:pumpen




Griechische Definition zu αντλώ

αντλώ [andló] -ούμαι : 1.τραβώ προς τα έξω ένα υγρό με αντλία ή με άλλο κατάλληλο μέσο: Tο νερό αντλείται από τις γεωτρήσεις και διοχετεύεται στο σύστημα υδρεύσεως. H εταιρεία θα αντλήσει μεγάλες ποσότητες πετρελαίου. Άντλησαν τα νερά από τα πλημμυρισμένα υπόγεια. || (λόγ.): αντλώ με δοχείο νερό από το πηγάδι / κρασί από το βαρέλι, βγάζω. || Tα φυτά αντλούν τις θρεπτικές ουσίες από το έδαφος, τις παίρνουν με τις ρίζες τους. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αντλώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15