ανταμείβω  Verb  [antamivo, antameibw]

Ähnliche Bedeutung wie ανταμείβω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ανταμείβω

... εθνικό ρητό της χώρας: «Finis Coronat Opus» (στα λατινικά, «Η Εργασία Ανταμείβεται (στέφεται) Στο Τέλος»). http://www.egov.sc/GovernmentAgencies/natcesym/natcesym ...

... αντικομμουνισμού τους, είτε γιατί ήλπιζαν πως ο Χίτλερ μετά τη νίκη του θα τους αντάμειβε με ανεξαρτησία από τη Σοβιετική Ένωση. Παρά τις ολοσχερείς καταστροφές ...

... οι άνθρωποι τελούσαν τις απαραίτητες λειτουργίες και ως αντάλλαγμα ανταμείβονταν με την προσωπική τους ασφάλεια, εντούτοις προάσπιζε την ευσέβεια και ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze belohnen

... zur Stärkung der eigenen Reputation Starke Reziprozität, altruistisches Belohnen und BestrafenIn der Biologie: Reziproker Altruismus, altruistisches Verhalten ...

... sie Mauern um die Stadt bauen und versprach den Göttern, sie reich zu belohnen, ein Versprechen, das er nach Fertigstellung der Mauern brach. Voller Wut ...

... abgerufen am 21. Juni 2018. JULIAN NAGELSMANN: "WOLLEN DIE FANS UND UNS BELOHNEN" "Torwart-Trainer verrät Dardai Hoffenheims Geheimnisse", bz-berlin.de ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΝΤΑΜΕΙΒΩ
I reward
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ανταμείβωανταμείβουμε, ανταμείβομεανταμείβομαιανταμειβόμαστε
ανταμείβειςανταμείβετεανταμείβεσαιανταμείβεστε, ανταμειβόσαστε
ανταμείβειανταμείβουν(ε)ανταμείβεταιανταμείβονται
Imper
fekt
αντάμειβαανταμείβαμεανταμειβόμουν(α)ανταμειβόμαστε, ανταμειβόμασταν
αντάμειβεςανταμείβατεανταμειβόσουν(α)ανταμειβόσαστε, ανταμειβόσασταν
αντάμειβεαντάμειβαν, ανταμείβαν(ε)ανταμειβόταν(ε)ανταμείβονταν, ανταμειβόντανε, ανταμειβόντουσαν
Aoristαντάμειψαανταμείψαμεανταμείφτηκα, ανταμείφθηκαανταμειφτήκαμε, ανταμειφθήκαμε
αντάμειψεςανταμείψατεανταμείφτηκες, ανταμείφθηκεςανταμειφτήκατε, ανταμειφθήκατε
αντάμειψεαντάμειψαν, ανταμείψαν(ε)ανταμείφτηκε, ανταμείφθηκεανταμείφτηκαν, ανταμειφτήκαν(ε), ανταμείφθηκαν, ανταμειφθήκαν(ε)
Per
fect
έχω ανταμείψειέχουμε ανταμείψειέχω ανταμειφτεί
έχω ανταμειφθεί
έχουμε ανταμειφτεί
έχουμε ανταμειφθεί
έχεις ανταμείψειέχετε ανταμείψειέχεις ανταμειφτεί
έχεις ανταμειφθεί
έχετε ανταμειφτεί
έχετε ανταμειφθεί
έχει ανταμείψειέχουν ανταμείψειέχει ανταμειφτεί
έχει ανταμειφθεί
έχουν ανταμειφτεί
έχουν ανταμειφθεί
Plu
per
fect
είχα ανταμείψειείχαμε ανταμείψειείχα ανταμειφτεί
είχα ανταμειφθεί
είχαμε ανταμειφτεί
είχαμε ανταμειφθεί
είχες ανταμείψειείχατε ανταμείψειείχες ανταμειφτεί
είχες ανταμειφθεί
είχατε ανταμειφτεί
είχατε ανταμειφθεί
είχε ανταμείψειείχαν ανταμείψειείχε ανταμειφτεί
είχε ανταμειφθεί
είχαν ανταμειφτεί
είχαν ανταμειφθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ανταμείβωθα ανταμείβουμε, θα ανταμείβομεθα ανταμείβομαιθα ανταμειβόμαστε
θα ανταμείβειςθα ανταμείβετεθα ανταμείβεσαιθα ανταμείβεστε, θα ανταμειβόσαστε
θα ανταμείβειθα ανταμείβουν(ε)θα ανταμείβεταιθα ανταμείβονται
Fut
ur
θα ανταμείψωθα ανταμείψουμε, θα ανταμείψομεθα ανταμειφτώθα ανταμειφτούμε
θα ανταμείψειςθα ανταμείψετεθα ανταμειφτείςθα ανταμειφτείτε
θα ανταμείψειθα ανταμείψουν(ε)θα ανταμειφτείθα ανταμειφτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ανταμείψειθα έχουμε ανταμείψειθα έχω ανταμειφτείθα έχουμε ανταμειφτεί
θα έχεις ανταμείψειθα έχετε ανταμείψειθα έχεις ανταμειφτείθα έχετε ανταμειφτεί
θα έχει ανταμείψειθα έχουν ανταμείψειθα έχει ανταμειφτείθα έχουν ανταμειφτεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ανταμείβωνα ανταμείβουμε, να ανταμείβομενα ανταμείβομαινα ανταμειβόμαστε
να ανταμείβειςνα ανταμείβετενα ανταμείβεσαινα ανταμείβεστε, να ανταμειβόσαστε
να ανταμείβεινα ανταμείβουν(ε)να ανταμείβεταινα ανταμείβονται
Aoristνα ανταμείψωνα ανταμείψουμε, να ανταμείψομενα ανταμειφτώνα ανταμειφτούμε
να ανταμείψειςνα ανταμείψετενα ανταμειφτείςνα ανταμειφτείτε
να ανταμείψεινα ανταμείψουν(ε)να ανταμειφτείνα ανταμειφτούν(ε)
Perfνα έχω ανταμείψεινα έχουμε ανταμείψεινα έχω ανταμειφτείνα έχουμε ανταμειφτεί
να έχεις ανταμείψεινα έχετε ανταμείψεινα έχεις ανταμειφτείνα έχετε ανταμειφτεί
να έχει ανταμείψεινα έχουν ανταμείψεινα έχει ανταμειφτείνα έχουν ανταμειφτεί
Imper
ativ
Presανταμείβεανταμείβετεανταμείβεστε
Aoristαντάμειψεανταμείψτε, ανταμείφτεανταμείψουανταμειφτείτε
Part
izip
Presανταμείβοντας
Perfέχοντας ανταμείψει
InfinAoristανταμείψειανταμειφτεί




Griechische Definition zu ανταμείβω

ανταμείβω [andamívo] -ομαι : αμείβω κπ. για κτ. καλό που (μου) έκανε κάνοντας ή προσφέροντάς του κτ. ανάλογο· (πρβ. ανταποδίδω): Ο Θεός να σ΄ ανταμείψει για τις ευεργεσίες σου. Ελπίζω να με ανταμείψετε για τη βοήθεια που σας προσφέρω. || (παθ.): Ελπίζω να ανταμειφτώ για τους κόπους μου / για τις θυσίες μου.

[μσν. ανταμείβω ενεργ. του αρχ. ἀνταμείβομαι `ανταποδίδω΄]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ανταμείβω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15