ανασταίνω  Verb  [anasteno, anastainw]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie ανασταίνω

Noch keine Synonyme

Grammatik


ΑΝΑΣΤΑΙΝΩ
I resurrect
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ανασταίνωανασταίνουμε, ανασταίνομεανασταίνομαιανασταινόμαστε
ανασταίνειςανασταίνετεανασταίνεσαιανασταίνεστε, ανασταινόσαστε
ανασταίνειανασταίνουν(ε)ανασταίνεταιανασταίνονται
Imper
fekt
ανάσταιναανασταίναμεανασταινόμουν(α)ανασταινόμαστε, ανασταινόμαστησ
ανάσταινεςανασταίνατεανασταινόσουν(α)ανασταινόσαστε, ανασταινόσαστησ
ανάσταινεανάσταιναν, ανασταίναν(ε)ανασταινόταν(ε)ανασταίνονταν, ανασταινόντανε, ανασταινόντουσαν
Aoristανάστησααναστήσαμεαναστήθηκααναστηθήκαμε
ανάστησεςαναστήσατεαναστήθηκεςαναστηθήκατε
ανάστησεανάστησαν, αναστήσαν(ε)αναστήθηκεαναστήθηκαν, αναστηθήκαν(ε)
Per
fect
έχω αναστήσει
έχω αναστημένο
έχουμε αναστήσει
έχουμε αναστημένο
έχω αναστηθεί
είμαι αναστημένος, -η
έχουμε αναστηθεί
είμαστε αναστημένοι, -ες
έχεις αναστήσει
έχεις αναστημένο
έχετε αναστήσει
έχετε αναστημένο
έχεις αναστηθεί
είσαι αναστημένος, -η
έχετε αναστηθεί
είστε αναστημένοι, -ες
έχει αναστήσει
έχει αναστημένο
έχουν αναστήσει
έχουν αναστημένο
έχει αναστηθεί
είναι αναστημένος, -η, -ο
έχουν αναστηθεί
είναι αναστημένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα αναστήσει
είχα αναστημένο
είχαμε αναστήσει
είχαμε αναστημένο
είχα αναστηθεί
ήμουν αναστημένος, -η
είχαμε αναστηθεί
ήμαστε αναστημένοι, -ες
είχες αναστήσει
είχες αναστημένο
είχατε αναστήσει
είχατε αναστημένο
είχες αναστηθεί
ήσουν αναστημένος, -η
είχατε αναστηθεί
ήσαστε αναστημένοι, -ες
είχε αναστήσει
είχε αναστημένο
είχαν αναστήσει
είχαν αναστημένο
είχε αναστηθεί
ήταν αναστημένος, -η, -ο
είχαν αναστηθεί
ήταν αναστημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ανασταίνωθα ανασταίνουμε, θα ανασταίνομεθα ανασταίνομαιθα ανασταινόμαστε
θα ανασταίνειςθα ανασταίνετεθα ανασταίνεσαιθα ανασταίνεστε, θα ανασταινόσαστε
θα ανασταίνειθα ανασταίνουν(ε)θα ανασταίνεταιθα ανασταίνονται
Fut
ur
θα αναστήσωθα αναστήσουμε, θα αναστήσομεθα αναστηθώθα αναστηθούμε
θα αναστήσειςθα αναστήσετεθα αναστηθείςθα αναστηθείτε
θα αναστήσειθα αναστήσουν(ε)θα αναστηθείθα αναστηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αναστήσει
θα έχω αναστημένο
θα έχουμε αναστήσει
θα έχουμε αναστημένο
θα έχω αναστηθεί
θα είμαι αναστημένος, -η
θα έχουμε αναστηθεί
θα είμαστε αναστημένοι, -ες
θα έχεις αναστήσει
θα έχεις αναστημένο
θα έχετε αναστήσει
θα έχετε αναστημένο
θα έχεις αναστηθεί
θα είσαι αναστημένος, -η
θα έχετε αναστηθεί
θα είστε αναστημένοι, -ες
θα έχει αναστήσει
θα έχει αναστημένο
θα έχουν αναστήσει
θα έχουν αναστημένο
θα έχει αναστηθεί
θα είναι αναστημένος, -η, -ο
θα έχουν αναστηθεί
θα είναι αναστημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ανασταίνωνα ανασταίνουμε, να ανασταίνομενα ανασταίνομαινα ανασταινόμαστε
να ανασταίνειςνα ανασταίνετενα ανασταίνεσαινα ανασταίνεστε, να ανασταινόσαστε
να ανασταίνεινα ανασταίνουν(ε)να ανασταίνεταινα ανασταίνονται
Aoristνα αναστήσωνα αναστήσουμε, να αναστήσομενα αναστηθώνα αναστηθούμε
να αναστήσειςνα αναστήσετενα αναστηθείςνα αναστηθείτε
να αναστήσεινα αναστήσουν(ε)να αναστηθείνα αναστηθούν(ε)
Perfνα έχω αναστήσει
να έχω αναστημένο
να έχουμε αναστήσει
να έχουμε αναστημένο
να έχω αναστηθεί
να είμαι αναστημένος, -η
να έχουμε αναστηθεί
να είμαστε αναστημένοι, -ες
να έχεις αναστήσει
να έχεις αναστημένο
να έχετε αναστήσει
να έχετε αναστημένο
να έχεις αναστηθεί
να είσαι αναστημένος, -η
να έχετε αναστηθεί
να είστε αναστημένοι, -ες
να έχει αναστήσει
να έχει αναστημένο
να έχουν αναστήσει
να έχουν αναστημένο
να έχει αναστηθεί
να είναι αναστημένος, -η, -ο
να έχουν αναστηθεί
να είναι αναστημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presανάσταινεανασταίνετεανασταίνεστε
Aoristανάστησεαναστήστεαναστήσουαναστηθείτε
Part
izip
Presανασταίνοντας
Perfέχοντας αναστήσει, έχοντας αναστημένοαναστημένος, -η, -οαναστημένοι, -ες, -α
InfinAoristαναστήσειαναστηθεί


Griechische Definition zu ανασταίνω

ανασταίνω [anasténo] -ομαι Ρ αόρ. ανάστησα και ανέστησα, απαρέμφ. αναστήσει, παθ. αόρ. αναστήθηκα, γ' πρόσ. εν. (λόγ.) και ανέστη*, απαρέμφ. αναστηθεί, μππ. αναστημένος : 1.επαναφέρω στη ζωή ένα νεκρό: Ο Xριστός ανάστησε το νεκρό Λάζαρο. ΦΡ ανασταίνει και πεθαμένους, για πολύ έντονη αποτελεσματικότητα θετικού χαρακτήρα: Kρασί / άρωμα που ανασταίνει και πεθαμένους. || επανέρχομαι στη ζωή: Ο Xριστός αναστήθηκε τρεις μέρες μετά την ταφή του. (έκφρ.) ανασταίνεται κάποιος, συνέρχεται από λιποθυμία ή μακροχρόνια αρρώστια. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ανασταίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15