αναπνέω  Verb  [anapneo, anapnew]

Ähnliche Bedeutung wie αναπνέω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αναπνέω

... Ετυμολογικά η λέξη πηγάζει από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα "et-men" που σημαίνει «αναπνέω». Και οι τρεις θρησκείες αναγνωρίζουν το Άτμαν ως τον πραγματικό εαυτό ...

... Rush(Ο Ιππότης της Φωτιάς) - 4:25 Το Τραγούδι του Βυθού - 4:47 Αναπνέω - 2:31 Αναπνέω 2 - 1:07 Ιωσήφ Μοσχόπουλος - Φωνητικά, Κιθάρα Ρουσσετος Δημητρόγλου ...

... τη μεταμόρφωσή τους σε κανονικά άτομα. Ζουν αποκλειστικά στο νερό και αναπνέουν με βράγχια. Γυρίνος (gurinus) ονομάζεται, επίσης, ένα γένος κολεοπτέρων ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze atmen

... Gebt mir eure Müden, eure Armen, eure geknechteten Massen, die frei zu atmen begehren. ...

... Der Raum war so voller Rauch, dass ich kaum atmen konnte. ...

... Hunde atmen ungefähr 30 mal pro Minute. ...

Quelle: jerom, samueldora, Zaghawa

Grammatik


ΑΝΑΠΝΕΩ
I breathe
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αναπνέωαναπνέουμε, αναπνέομε
αναπνέειςαναπνέετε
αναπνέειαναπνέουν(ε)
Imper
fekt
ανέπνεα, ανάπνεααναπνέαμε
ανέπνεες, ανάπνεεςαναπνέατε
ανέπνεε, ανάπνεεανέπνεαν, ανάπνεαν, αναπνέαν(ε)
Aoristανέπνευσα, ανάπνευσααναπνεύσαμε
ανέπνευσες, ανάπνευσεςαναπνεύσατε
ανέπνευσε, ανάπνευσεανέπνευσαν, ανάπνευσαν, αναπνεύσαν(ε)
Per
fect
έχω αναπνεύσειέχουμε αναπνεύσει
έχεις αναπνεύσειέχετε αναπνεύσει
έχει αναπνεύσειέχουν αναπνεύσει
Plu
per
fect
είχα αναπνεύσειείχαμε αναπνεύσει
είχες αναπνεύσειείχατε αναπνεύσει
είχε αναπνεύσειείχαν αναπνεύσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αναπνέωθα αναπνέουμε, θα αναπνέομε
θα αναπνέειςθα αναπνέετε
θα αναπνέειθα αναπνέουν(ε)
Fut
ur
θα αναπνεύσωθα αναπνεύσουμε, θα αναπνεύσομε
θα αναπνεύσειςθα αναπνεύσετε
θα αναπνεύσειθα αναπνεύσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αναπνεύσειθα έχουμε αναπνεύσει
θα έχεις αναπνεύσειθα έχετε αναπνεύσει
θα έχει αναπνεύσειθα έχουν αναπνεύσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αναπνέωνα αναπνέουμε, να αναπνέομε
να αναπνέειςνα αναπνέετε
να αναπνέεινα αναπνέουν(ε)
Aoristνα αναπνεύσωνα αναπνεύσουμε, να αναπνεύσομε
να αναπνεύσειςνα αναπνεύσετε
να αναπνεύσεινα αναπνεύσουν(ε)
Perfνα έχω αναπνεύσεινα έχουμε αναπνεύσει
να έχεις αναπνεύσεινα έχετε αναπνεύσει
να έχει αναπνεύσεινα έχουν αναπνεύσει
Imper
ativ
Presανάπνεεαναπνέετε
Aoristανάπνευσεαναπνεύσετε, αναπνεύστε
Part
izip
Presαναπνέοντας
Perfέχοντας αναπνεύσει
InfinAoristαναπνεύσει



Person Wortform
Präsens ich atme
du atmest
er, sie, es atmet
Präteritum ich atmete
Konjunktiv II ich atmete
Imperativ Singular atme!
Plural atmet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geatmet haben
Alle weiteren Formen: Flexion:atmen




Griechische Definition zu αναπνέω

αναπνέω [anapnéo] Ρ αόρ. ανέπνευσα και ανάπνευσα, απαρέμφ. αναπνεύσει : 1.ασκώ τη λειτουργία της αναπνοής: Aναπνέουν τα ζώα / τα φυτά / τα κύτταρα. || ανασαίνω. α. αναπνέω με τη βοήθεια των πνευμόνων: αναπνέω με τη μύτη / με το στόμα. Ο άρρωστος αναπνέει με δυσκολία. || ζω: Δεν αναπνέει πια, είναι νεκρός. β. εισπνέω: αναπνέω καθαρό αέρα / το άρωμα των λουλουδιών / σκόνη / καυσαέρια. Aνέπνευσε βαθιά γεμίζοντας τα πνευμόνια του με αέρα. Aναζωογονήθηκε μόλις ανέπνευσε βουνίσιο αέρα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αναπνέω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15