αμελώ  Verb  [amelo, amelw]

Ähnliche Bedeutung wie αμελώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze vernachlässigen

... Manche Studenten beschäftigen sich mit Sport und vernachlässigen ihr Studium. ...

... besteht und die sonstigen biotischen und abiotischen Umweltfaktoren konstant oder zu vernachlässigen sind. Erste Lotka-Volterra-Regel (Periodische ...

... Selbstvertrauen als auch an Ernsthaftigkeit, um die Leitung des Hofes zu übernehmen. Prompt schlagen alle Tiere über die Stränge, vernachlässigen ihre Arbeiten und ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
αμελήσει
μετοχή (ενεστώτας)
αμελώντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας αμελώ αμελείς αμελεί αμελούμε αμελείτε αμελούν
παρατατικός αμελούσα αμελούσες αμελούσε αμελούσαμε αμελούσατε αμελούσαν
αόριστος αμέλησα αμέλησες αμέλησε αμελήσαμε αμελήσατε αμέλησαν


περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα αμελώ θα αμελείς θα αμελεί θα αμελούμε θα αμελείτε θα αμελούν
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα αμελήσω θα αμελήσεις θα αμελήσει θα αμελήσουμε θα αμελήσετε θα αμελήσουν
παρακείμενος α' έχω αμελήσει έχεις αμελήσει έχει αμελήσει έχουμε αμελήσει έχετε αμελήσει έχουν αμελήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
υπερσυντέλικος α' είχα αμελήσει είχες αμελήσει είχε αμελήσει είχαμε αμελήσει είχατε αμελήσει είχαν αμελήσει
υπερσυντέλικος β' - - - - - -
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω αμελήσει θα έχεις αμελήσει θα έχει αμελήσει θα έχουμε αμελήσει θα έχετε αμελήσει θα έχουν αμελήσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
- - - - - -
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να αμελώ να αμελείς να αμελεί να αμελούμε να αμελείτε να αμελούν
αόριστος να αμελήσω να αμελήσεις να αμελήσει να αμελήσουμε να αμελήσετε να αμελήσουν
παρακείμενος α' να έχω αμελήσει να έχεις αμελήσει να έχει αμελήσει να έχουμε αμελήσει να έχετε αμελήσει να έχουν αμελήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας αμέλει αμελείτε
αόριστος αμέλησε αμελήστε




Griechische Definition zu αμελώ

αμελώ [ameló] .9α : δείχνω αμέλεια. α. δε φροντίζω να κάνω κτ.: Aμέλησε να μαγειρέψει κι έμειναν νηστικοί. Έπρεπε να σου είχα τηλεφωνήσει αλλά αμέλησα. β. (λόγ.) παραμελώ κτ.: αμελώ τις δουλειές / τα μαθήματά μου / τα καθήκοντά μου.

[λόγ. < αρχ. ἀμελῶ]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αμελώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15