αμαρτάνω  Verb  [amartano, amartanw]

  Verb
(8)

Etymologie zu αμαρτάνω

αμαρτάνω altgriechisch ἁμαρτάνω


GriechischDeutsch
Αλλά οι πραγματικοί πιστοί θα πούν " Εάν η αγάπη Του είναι έτσι, εάν με έχει απελευθερώσει εντελώς, εγώ τότε είμαι δικός Του." "Δεν θέλω ν'αμαρτάνω πιά."Aber Gläubige werden sagen: "Wenn seine Liebe so groß ist und er uns wirklich erlöst hat, dann gehöre ich ihm! Ich will nicht mehr sündigen!"

Übersetzung nicht bestätigt

"Δεν θέλω ν' αμαρτάνω πιά." Βλέπετε αδέλφια, αυτό είναι που σε οδηγεί στην αγιότητα, γι'αυτό το Ευαγγέλιο λέγεται "Το Μυστήριο της Ευσέβιας (1 Τιμόθεο 3:16)""Ich will nicht mehr sündigen!" Seht ihr Geschwister, das ist es, was wirklich zu Heiligkeit führt. Darum wird das Evangelium das "Geheimnis der Gottesfurcht" genannt (1. Timotheus 3:16).

Übersetzung nicht bestätigt

Δεν θα αμαρτάνω.Ich werde nicht sündigen.

Übersetzung nicht bestätigt


Synonyme zu αμαρτάνω

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu αμαρτάνω

Noch keine ähnlichen Wörter


Grammatik


Aktiv Middle
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αμαρτάνω, ../amartaino/index">αμαρταίνωαμαρτάνουμε, αμαρτάνομε
αμαρτάνειςαμαρτάνετε
αμαρτάνειαμαρτάνουν(ε)
Imper
fekt
αμάρτανααμαρτάναμε
αμάρτανεςαμαρτάνατε
αμάρτανεαμάρταναν, αμαρτάναν(ε)
Aoristαμάρτησααμαρτήσαμε
αμάρτησεςαμαρτήσατε
αμάρτησεαμάρτησαν, αμαρτήσαν(ε)
Per
fect
έχω αμαρτήσειέχουμε αμαρτήσει
έχεις αμαρτήσειέχετε αμαρτήσει
έχει αμαρτήσειέχουν αμαρτήσει
Plu
per
fect
είχα αμαρτήσειείχαμε αμαρτήσει
είχες αμαρτήσειείχατε αμαρτήσει
είχε αμαρτήσειείχαν αμαρτήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αμαρτάνωθα αμαρτάνουμε, θα αμαρτάνομε
θα αμαρτάνειςθα αμαρτάνετε
θα αμαρτάνειθα αμαρτάνουν(ε)
Fut
ur
θα αμαρτήσωθα αμαρτήσουμε, θα αμαρτήσομε
θα αμαρτήσειςθα αμαρτήσετε
θα αμαρτήσειθα αμαρτήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αμαρτήσειθα έχουμε αμαρτήσει
θα έχεις αμαρτήσειθα έχετε αμαρτήσει
θα έχει αμαρτήσειθα έχουν αμαρτήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αμαρτάνωνα αμαρτάνουμε, να αμαρτάνομε
να αμαρτάνειςνα αμαρτάνετε
να αμαρτάνεινα αμαρτάνουν(ε)
Aoristνα αμαρτήσωνα αμαρτήσουμε, να αμαρτήσομε
να αμαρτήσειςνα αμαρτήσετε
να αμαρτήσεινα αμαρτήσουν(ε)
Perfνα έχω αμαρτήσεινα έχουμε αμαρτήσει
να έχεις αμαρτήσεινα έχετε αμαρτήσει
να έχει αμαρτήσεινα έχουν αμαρτήσει
Imper
ativ
Presαμάρτανεαμαρτάνετε
Aoristαμάρτησεαμαρτήστε
Part
izip
Presαμαρτάνοντας
Perfέχοντας αμαρτήσει, ημαρτημένος
InfinAoristαμαρτήσει





Griechische Definition zu αμαρτάνω

αμαρτάνω [amartáno] Ρ αόρ. αμάρτησα, απαρέμφ. αμαρτήσει : κάνω αμαρτία παραβαίνοντας έτσι ορισμένο θρησκευτικό ή εκκλησιαστικό κανόνα: Aμαρτάνεις που βλαστημάς / που τρως κρέας την Παρασκευή.

[λόγ. < ελνστ. ἁμαρτάνω, αρχ. σημ.: `δεν πετυχαίνω το στόχο΄]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback