{το}  αλμπούμ  Subst.  [album, almpoym]

{das}    Subst.
(0)

GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu αλμπούμ

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie αλμπούμ

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu αλμπούμ

Noch keine ähnlichen Wörter


Grammatik

Noch keine Grammatik zu αλμπούμ.



Singular

Plural

Nominativdas Album

die Alben

Genitivdes Albums

der Alben

Dativdem Album

den Alben

Akkusativdas Album

die Alben




Griechische Definition zu αλμπούμ

άλμπουμ το [álbum] Ο (άκλ.) : 1.δεμένα φύλλα από χοντρό χαρτί ή χαρτόνι, συνήθ. με ειδικές υποδοχές, όπου τοποθετούνται συλλογές από φωτογραφίες ή από γραμματόσημα· (πρβ. λεύκωμα). [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback