αλεξίπτωτο  

  • Fallschirm
    upvotedownvote

Lateinische Schreibweise (Greeklish):

aleksiptoto, aleksiptwto


Deutsche Synonyme zu: αλεξίπτωτο

Fallschirm


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ αλεξίπτωτο αλεξίπτωτα
Genitiv αλεξιπτώτου
& αλεξίπτωτου
αλεξιπτώτων
& αλεξίπτωτων
Akkusativ αλεξίπτωτο αλεξίπτωτα
Vokativ αλεξίπτωτο αλεξίπτωτα
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15