αδύνατο    [adinato, athinato, adynato]

Noch keine Übersetzung :(

-

Ähnliche Bedeutung wie αδύνατο

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αδύνατο

... Είναι αδύνατο να γνωρίζουμε τί θα συμβεί αύριο. ...

... Το θεωρούσα αδύνατο γι' αυτόν να δώσει λύση στο πρόβλημα. ...

... φθάσει τα 130 κιλά, ενώ είχε τυφλωθεί σχεδόν πλήρως από καταράκτη. Οι αρθριτικοί πόνοι στο δεξί του χέρι είχαν καταστήσει αδύνατο να υπογράφει τα νομοσχέδια ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik

Noch keine Grammatik zu αδύνατο.


Griechische Definition zu αδύνατο

αδύνατο [a∂ínato] n adj (& L αδύνατον)

impossible:
αδύνατον impossible |
εστάθη αδύνατο it turned out to be impossible |
idiom phr είναι (ήταν, στάθηκε) αδύνατο να + subj (also without verb) it is (was, turned out to be, proved to be) impossible to, e.g. είν' αδύνατο νά 'ρθω I can't possibly come |
του είναι αδύνατο να ζήση |
αδύνατο να τους ευχαριστήση κανείς |
αδύνατο να καθίση στο θρανίο |
η παράσταση ήταν αδύνατον να συνεχισθή (Melas) |
ο κριτικός αδύνατο να λησμονήση την υπόστασή του (Palam) |
εστάθηκε αδύνατο να τον γνωρίσουν (Xenop) |
poem γελάς ή κλαις; αδύνατο να νοιώσω (Malakasis)
ⓐ phr των αδυνάτων αδύνατο (or αδύνατον), also idiom phrs shortened των αδυνάτων, είναι (ήταν, στάθηκε) των αδυνάτων αδύνατο να + subj it is absolutely impossible to:
των αδυνάτων αδύνατον να ιδή προκοπή (Palam) |
αδύνατο των αδυνάτων να τον πρόδωσε ο χριστιανός (DOikonomidis).
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αδύνατο

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15