αδύνατο  Adj.  [adinato, athinato, adynato]

Noch keine Übersetzung :(

Du suchst nach einem Wort oder einer Übersetzung?

Wir helfen dir gerne in unserem Forum: Greeklex Forum!


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu αδύνατο

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie αδύνατο

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung


Grammatik

Noch keine Grammatik zu αδύνατο.



Griechische Definition zu αδύνατο

αδύνατο [a∂ínato] n adj (& L αδύνατον)

impossible:
αδύνατον impossible |
εστάθη αδύνατο it turned out to be impossible |
idiom phr είναι (ήταν, στάθηκε) αδύνατο να + subj (also without verb) it is (was, turned out to be, proved to be) impossible to, e.g. είν' αδύνατο νά 'ρθω I can't possibly come |
του είναι αδύνατο να ζήση |
αδύνατο να τους ευχαριστήση κανείς |
αδύνατο να καθίση στο θρανίο |
η παράσταση ήταν αδύνατον να συνεχισθή (Melas) |
ο κριτικός αδύνατο να λησμονήση την υπόστασή του (Palam) |
εστάθηκε αδύνατο να τον γνωρίσουν (Xenop) |
poem γελάς ή κλαις; αδύνατο να νοιώσω (Malakasis)
ⓐ phr των αδυνάτων αδύνατο (or αδύνατον), also idiom phrs shortened των αδυνάτων, είναι (ήταν, στάθηκε) των αδυνάτων αδύνατο να + subj it is absolutely impossible to:
των αδυνάτων αδύνατον να ιδή προκοπή (Palam) |
αδύνατο των αδυνάτων να τον πρόδωσε ο χριστιανός (DOikonomidis).
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback