αγρυπνώ  Verb  [agripno, arripno, agrypnw]

Ähnliche Bedeutung wie αγρυπνώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αγρυπνώ

... «Vigilate» με κεφαλαία γράμματα, που είναι και το εθνικό ρητό στα νησιά και σημαίνει «Να Επαγρυπνείτε». Εθνικά σύμβολα των Βρετανικών Παρθένων Νήσων ...

... ΡΕΦΡΕΝ Από τις ακτές του ωκεανού στο κέντρο του δάσους Ας συνεχίζουμε να επαγρυπνούμε, χωρίς αδυναμία και χωρίς μίσος! Γύρω από αυτήν τη σημαία , η οπία μας ...

... σαρκοφάγων, το έναστρο σώμα της ζωγραφιζόταν πάνω από τη μούμια, για να επαγρυπνεί με τη μητρική φροντίδα της. Με τη μεσολάβησή της ο νεκρός αναγεννάται ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze wach sein

... Wach sein steht für den Wachzustand, nicht schlafen lebhaft, munter sein erhöhte Aufmerksamkeit Wach ist der Familienname folgender Personen: Adolf ...

... Die Wache ist eine deutsche Kriminalserie, die in der Zeit von 1994 bis 2006 wöchentlich vom deutschen Privatsender RTL erstausgestrahlt wurde. Die letzte ...

... Wach auf, wach auf, du deutsches Land (eigentlich: Ein newes Christlichs Lied / Dadurch Deudschland zur Busse vermanet) ist ein lutherisches geistliches ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΓΡΥΠΝΩ
I stay awake
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αγρυπνάω, αγρυπνώαγρυπνάμε, αγρυπνούμε
αγρυπνάςαγρυπνάτε
αγρυπνάει, αγρυπνάαγρυπνάν(ε), αγρυπνούν(ε)
Imper
fekt
αγρυπνούσα, αγρύπναγααγρυπνούσαμε, αγρυπνάγαμε
αγρυπνούσες, αγρύπναγεςαγρυπνούσατε, αγρυπνάγατε
αγρυπνούσε, αγρύπναγεαγρυπνούσαν(ε), αγρύπναγαν, αγρυπνάγανε
Aoristαγρύπνησααγρυπνήσαμε
αγρύπνησεςαγρυπνήσατε
αγρύπνησεαγρύπνησαν, αγρυπνήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω αγρυπνήσειέχουμε αγρυπνήσει
έχεις αγρυπνήσειέχετε αγρυπνήσει
έχει αγρυπνήσειέχουν αγρυπνήσει
Plu
perf
ekt
είχα αγρυπνήσειείχαμε αγρυπνήσει
είχες αγρυπνήσειείχατε αγρυπνήσει
είχε αγρυπνήσειείχαν αγρυπνήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αγρυπνάω, θα αγρυπνώθα αγρυπνάμε, θα αγρυπνούμε
θα αγρυπνάςθα αγρυπνάτε
θα αγρυπνάει, θα αγρυπνάθα αγρυπνάν(ε), θα αγρυπνούν(ε)
Fut
ur
θα αγρυπνήσωθα αγρυπνήσουμε, θα αγρυπνήσομε
θα αγρυπνήσειςθα αγρυπνήσετε
θα αγρυπνήσειθα αγρυπνήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αγρυπνήσειθα έχουμε αγρυπνήσει
θα έχεις αγρυπνήσειθα έχετε αγρυπνήσει
θα έχει αγρυπνήσειθα έχουν αγρυπνήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αγρυπνάω, να αγρυπνώνα αγρυπνάμε, να αγρυπνούμε
να αγρυπνάςνα αγρυπνάτε
να αγρυπνάει, να αγρυπνάνα αγρυπνάν(ε), να αγρυπνούν(ε)
Aoristνα αγρυπνήσωνα αγρυπνήσουμε, να αγρυπνήσομε
να αγρυπνήσειςνα αγρυπνήσετε
να αγρυπνήσεινα αγρυπνήσουν(ε)
Perfνα έχω αγρυπνήσεινα έχουμε αγρυπνήσει
να έχεις αγρυπνήσεινα έχετε αγρυπνήσει
να έχει αγρυπνήσεινα έχουν αγρυπνήσει
Imper
ativ
Presαγρύπνα, αγρύπναγεαγρυπνάτε
Aoristαγρύπνησε, αγρύπνααγρυπνήστε
Part
izip
Presαγρυπνώντας
Perfαγρυπνισμένος, -η, -οαγρυπνισμένοι, -ες, -α
έχοντας αγρυπνήσει
InfinAoristαγρυπνήσει



Person Wortform
Präsens ich wache
du wachst
er, sie, es wacht
Präteritum ich wachte
Konjunktiv II ich wachte
Imperativ Singular wache!
wach!
Plural wacht!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gewacht haben
Alle weiteren Formen: Flexion:wachen


Griechische Definition zu αγρυπνώ

αγρυπνώ [aγripnó] .1α : 1.δεν κοιμάμαι κατά τη νύχτα συνήθ. προσέχοντας κτ.· (πρβ. ξαγρυπνώ): Aγρυπνά στο προσκέφαλο του άρρωστου παιδιού της. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αγρυπνώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15