αγαπώ  Verb  [agapo, arapo, agapw]

Ähnliche Bedeutung wie αγαπώ

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu αγαπώ

αγαπώς


Beispielsätze αγαπώ

... Σ' αγαπώ μανάρι μου. ...

... Δε σ' αγαπώ πια. ...

... Σ' αγαπώ πολύ. ...

Quelle: enteka, enteka, enteka


Beispielsätze ich liebe

... Auch ich liebe Kuchen. ...

... Um ehrlich zu sein, ich liebe sie nicht. ...

... Sie ist fort, aber ich liebe sie noch. ...

Quelle: xtofu80, MUIRIEL, Manfredo

Grammatik


ΑΓΑΠΩ
I love
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αγαπάω, αγαπώαγαπάμε, αγαπούμεαγαπιέμαιαγαπιόμαστε
αγαπάςαγαπάτεαγαπιέσαιαγαπιέστε, αγαπιόσαστε
αγαπάει, αγαπάαγαπάν(ε), αγαπούν(ε)αγαπιέταιαγαπιούνται, αγαπιόνται
Imper
fekt
αγαπούσα, αγάπαγααγαπούσαμε, αγαπάγαμεαγαπιόμουν(α)αγαπιόμαστε, αγαπιόμασταν
αγαπούσες, αγάπαγεςαγαπούσατε, αγαπάγατεαγαπιόσουν(α)αγαπιόσαστε, αγαπιόσασταν
αγαπούσε, αγάπαγεαγαπούσαν(ε), αγάπαγαν, αγαπάγανεαγαπιόταν(ε)αγαπιόνταν(ε), αγαπιούνταν, αγαπιόντουσαν
Aoristαγάπησααγαπήσαμεαγαπήθηκααγαπηθήκαμε
αγάπησεςαγαπήσατεαγαπήθηκεςαγαπηθήκατε
αγάπησεαγάπησαν, αγαπήσαν(ε)αγαπήθηκεαγαπήθηκαν, αγαπηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω αγαπήσει
έχω αγαπημένο
έχουμε αγαπήσει
έχουμε αγαπημένο
έχω αγαπηθεί
είμαι αγαπημένος, -η
έχουμε αγαπηθεί
είμαστε αγαπημένοι, -ες
έχεις αγαπήσει
έχεις αγαπημένο
έχετε αγαπήσει
έχετε αγαπημένο
έχεις αγαπηθεί
είσαι αγαπημένος, -η
έχετε αγαπηθεί
είστε αγαπημένοι, -ες
έχει αγαπήσει
έχει αγαπημένο
έχουν αγαπήσει
έχουν αγαπημένο
έχει αγαπηθεί
είναι αγαπημένος, -η, -ο
έχουν αγαπηθεί
είναι αγαπημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα αγαπήσει
είχα αγαπημένο
είχαμε αγαπήσει
είχαμε αγαπημένο
είχα αγαπηθεί
ήμουν αγαπημένος, -η
είχαμε αγαπηθεί
ήμαστε αγαπημένοι, -ες
είχες αγαπήσει
είχες αγαπημένο
είχατε αγαπήσει
είχατε αγαπημένο
είχες αγαπηθεί
ήσουν αγαπημένος, -η
είχατε αγαπηθεί
ήσαστε αγαπημένοι, -ες
είχε αγαπήσει
είχε αγαπημένο
είχαν αγαπήσει
είχαν αγαπημένο
είχε αγαπηθεί
ήταν αγαπημένος, -η, -ο
είχαν αγαπηθεί
ήταν αγαπημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αγαπάω, θα αγαπώθα αγαπάμε, θα αγαπούμεθα αγαπιέμαιθα αγαπιόμαστε
θα αγαπάςθα αγαπάτεθα αγαπιέσαιθα αγαπιέστε, θα αγαπιόσαστε
θα αγαπάει, θα αγαπάθα αγαπάν(ε), θα αγαπούν(ε)θα αγαπιέταιθα αγαπιούνται, θα αγαπιόνται
Fut
ur
θα αγαπήσωθα αγαπήσουμε, θα αγαπήσομεθα αγαπηθώθα αγαπηθούμε
θα αγαπήσειςθα αγαπήσετεθα αγαπηθείςθα αγαπηθείτε
θα αγαπήσειθα αγαπήσουν(ε)θα αγαπηθείθα αγαπηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αγαπήσει
θα έχω αγαπημένο
θα έχουμε αγαπήσει
θα έχουμε αγαπημένο
θα έχω αγαπηθεί
θα είμαι αγαπημένος, -η
θα έχουμε αγαπηθεί
θα είμαστε αγαπημένοι, -ες
θα έχεις αγαπήσει
θα έχεις αγαπημένο
θα έχετε αγαπήσει
θα έχετε αγαπημένο
θα έχεις αγαπηθεί
θα είσαι αγαπημένος, -η
θα έχετε αγαπηθεί
θα είστε αγαπημένοι, -ες
θα έχει αγαπήσει
θα έχει αγαπημένο
θα έχουν αγαπήσει
θα έχουν αγαπημένο
θα έχει αγαπηθεί
θα είναι αγαπημένος, -η, -ο
θα έχουν αγαπηθεί
θα είναι αγαπημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αγαπάω, να αγαπώνα αγαπάμε, να αγαπούμενα αγαπιέμαινα αγαπιόμαστε
να αγαπάςνα αγαπάτενα αγαπιέσαινα αγαπιέστε, να αγαπιόσαστε
να αγαπάει, να αγαπάνα αγαπάν(ε), να αγαπούν(ε)να αγαπιέταινα αγαπιούνται, να αγαπιόνται
Aoristνα αγαπήσωνα αγαπήσουμε, να αγαπήσομενα αγαπηθώνα αγαπηθούμε
να αγαπήσειςνα αγαπήσετενα αγαπηθείςνα αγαπηθείτε
να αγαπήσεινα αγαπήσουν(ε)να αγαπηθείνα αγαπηθούν(ε)
Perfνα έχω αγαπήσει
να έχω αγαπημένο
να έχουμε αγαπήσει
να έχουμε αγαπημένο
να έχω αγαπηθεί
να είμαι αγαπημένος, -η
να έχουμε αγαπηθεί
να είμαστε αγαπημένοι, -ες
να έχεις αγαπήσει
να έχεις αγαπημένο
να έχετε αγαπήσει
να έχετε αγαπημένο
να έχεις αγαπηθεί
να είσαι αγαπημένος, -η
να έχετε αγαπηθεί
να είστε αγαπημένοι, -η
να έχει αγαπήσει
να έχει αγαπημένο
να έχουν αγαπήσει
να έχουν αγαπημένο
να έχει αγαπηθεί
να είναι αγαπημένος, -η, -ο
να έχουν αγαπηθεί
να είναι αγαπημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαγάπα, αγάπαγεαγαπάτεαγαπιέστε
Aoristαγάπησε, αγάπααγαπήστεαγαπήσουαγαπηθείτε
Part
izip
Presαγαπώντας
Perfέχοντας αγαπήσει, έχοντας αγαπημένοαγαπημένος, -η, -οαγαπημένοι, -ες, -α
InfinAoristαγαπήσειαγαπηθεί



Person Wortform
Präsens ich liebe
du liebst
er, sie, es liebt
Präteritum ich liebte
Konjunktiv II ich liebte
Imperativ Singular liebe!
Plural liebt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geliebt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:lieben


Griechische Definition zu αγαπώ

αγαπώ [aγapó] & -άω, -ιέμαι μππ. αγαπημένος* : 1.αισθάνομαι για κπ. ή για κτ. αγάπη, φιλία, στοργή, συμπάθεια, τρυφερότητα, αφοσίωση. ANT μισώ: αγαπώ τους γονείς / τη γυναίκα / τα παιδιά / τη δουλειά μου / την πατρίδα / την ελευθερία. (έκφρ.) σ΄ αγαπάει η πεθερά* σου. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αγαπώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15