αγανακτώ  Verb  [aganakto, aranakto, aganaktw]

Ähnliche Bedeutung wie αγανακτώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αγανακτώ

... να μην αγανακτούν κατά των συζύγων τους. Ομοίως, οι Αρχαίοι Έλληνες παρήγγειλαν στα παιδιά να υποφέρουν την πατρική οργή, χωρίς να αγανακτούν (Αιλιανού ...

... αδελφής της, Ειρήνη (Τζόυς Ευείδη). Παρόλο που είναι καλόκαρδη, συχνά αγανακτεί με τα προβλήματα της καθημερινότητας και τις παράλογες απαιτήσεις και ...

... 1688, και υπάρχει η υποψία ότι δηλητηριάστηκε από τους βογιάρους που αγανάκτησαν με τα ρεαλιστικά και επικίνδυνα προγράμματά του. Εισήγαγε τον αραβόσιτο ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze sich entrüsten

... der BMW AG. Quandt ist überdies Mitglied im Board des US-Unternehmens Entrust Datacard.Quandt ist seit 2005 verheiratet. Er ist Vater von zwei Kindern ...

... besteht, Autoritäten zu untergraben. Mit ihren leichtsinnigen Abenteuern entrüsten sie Eltern und Dekane gleichermaßen. Allen empfindet die Auflehnung als ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΓΑΝΑΚΤΩ
I am indignant
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αγανακτώ, αγαναχτώαγανακτούμε
αγανακτείςαγανακτείτε
αγανακτείαγανακτούν(ε)
Imper
fekt
αγανακτούσααγανακτούσαμε
αγανακτούσεςαγανακτούσατε
αγανακτούσεαγανακτούσαν(ε)
Aoristαγανάκτησααγανακτήσαμε
αγανάκτησεςαγανακτήσατε
αγανάκτησεαγανάκτησαν, αγανακτήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω αγανακτήσειέχουμε αγανακτήσει
έχεις αγανακτήσειέχετε αγανακτήσει
έχει αγανακτήσειέχουν αγανακτήσει
Plu
perf
ekt
είχα αγανακτήσειείχαμε αγανακτήσει
είχες αγανακτήσειείχατε αγανακτήσει
είχε αγανακτήσειείχαν αγανακτήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αγανακτώθα αγανακτούμε
θα αγανακτείςθα αγανακτείτε
θα αγανακτείθα αγανακτούν(ε)
Fut
ur
θα αγανακτήσωθα αγανακτήσουμε
θα αγανακτήσειςθα αγανακτήσετε
θα αγανακτήσειθα αγανακτήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αγανακτήσειθα έχουμε αγανακτήσει
θα έχεις αγανακτήσειθα έχετε αγανακτήσει
θα έχει αγανακτήσειθα έχουν αγανακτήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αγανακτώνα αγανακτούμε
να αγανακτείςνα αγανακτείτε
να αγανακτείνα αγανακτούν(ε)
Aoristνα αγανακτήσωνα αγανακτήσουμε, να αγανακτήσομε
να αγανακτήσειςνα αγανακτήσετε
να αγανακτήσεινα αγανακτήσουν(ε)
Perfνα έχω αγανακτήσεινα έχουμε αγανακτήσει
να έχεις αγανακτήσεινα έχετε αγανακτήσει
να έχει αγανακτήσεινα έχουν αγανακτήσει
Imper
ativ
Presαγανακτείτε
Aoristαγανάκτησεαγανακτήστε, αγανακτήσετε
Part
izip
Presαγανακτώντας
Perfαγανακτισμένος, -η, -οαγανακτισμένοι, -ες, -α
έχοντας αγανακτήσει
InfinAoristαγανακτήσει


Griechische Definition zu αγανακτώ

αγανακτώ [aγanaktó] .11α μππ. αγαναχτισμένος* : 1.θυμώνω, δυσανασχετώ έντονα ιδίως επειδή θίγονται τα αισθήματα της αξιοπρέπειας, της δικαιοσύνης ή του φιλότιμου: Aγανάκτησε και ξέσπασε. Aγανακτεί με την τεμπελιά και την απροθυμία των ντόπιων. Aγανάκτησε για την αδικία. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αγανακτώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15