{το}  αβασταγό  Substantiv  [avastago, avastaro, abastago]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie αβασταγό

Noch keine Synonyme

Grammatik



Griechische Definition zu αβασταγό

αβασταγό το [avastaγó] & βασταγό το [vastaγó] : (λογοτ.) κάθε ζώο που το φορτώνουμε (άλογο, γαϊδούρι)· υποζύγιο.

[βα-: ουσιαστικοπ. ουδ. του μσν. επιθ. βασταγός `που αντέχει΄ < θ. βασταγ- του βαστάζω (πρβ. ελνστ. βασταγή `μεταφορά΄) -ός (αναλ. προς τα βόσκω - βοσκός, τρέφω - τροφός)· αβα-: ανάπτ. προτακτ. α- 3 από συμπροφ. με το άρθρο στον πληθ. και ανασυλλ. [ta-va > tava > t-ava] ]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αβασταγό

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15