αβασίλευτος    [avasileftos, abasileytos]

Etymologie zu αβασίλευτος

αβασίλευτος ἀβασίλευτος ἀ- + βασιλεύω


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu αβασίλευτος

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie αβασίλευτος

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu αβασίλευτος

Deutsche Synonyme zu αβασίλευτος

Noch keine deutschen Synonyme


Grammatik

Noch keine Grammatik zu αβασίλευτος.



Griechische Definition zu αβασίλευτος

αβασίλευτος 1 -η -ο [avasíleftos] : (για δημοκρατικό πολίτευμα) που δεν έχει βασιλιά: Aβασίλευτη δημοκρατία. ANT βασιλευόμενη.

[λόγ. < αρχ. ἀβασίλευτος]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback