{η}  αβαρία  Subst.  [avaria, abaria]

Etymologie zu αβαρία

αβαρία italienisch avaria (ζημία πλοίου) arabisch عوارية (ʿawāriyya) عوار (ʿawār) عور (ʿawira: χάνω το ένα μάτι, γίνομαι μονόφθαλμος) ρίζα ع و ر ‎(ʿ-w-r)


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu αβαρία

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie αβαρία

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu αβαρία

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu αβαρία

Noch keine deutschen Synonyme




Griechische Definition zu αβαρία

αβαρία η [avaría] : 1.(ναυτ.) α. βλάβη ή ζημιά που παθαίνει το πλοίο ή το φορτίο του στη διάρκεια του ταξιδιού: Είχαμε πολλές αβαρίες στο ταξίδι. β. το ρίξιμο μέρους του φορτίου στη θάλασσα σε ώρα κινδύνου: Mας βρήκε φουρτούνα και κάναμε αβαρία. 2α. οποιαδήποτε ζημιά, απώλεια: Aδιαφορώ για τις οικονομικές αβαρίες. β. οποιαδήποτε υποχώρηση, μετριασμός απαιτήσεων, αξιώσεων κτλ.: Δε σου ζητώ και πολλά πράγματα· μια μικρή αβαρία κάνε.

[ιταλ. avaria < αραβ. awāriya]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback