αβαράρω  Verb  [avararo, abararw]

Noch keine Übersetzung :(

Etymologie zu αβαράρω

αβαράρω italienisch varare = καθελκύω πλοίο


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu αβαράρω

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie αβαράρω

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu αβαράρω

Noch keine ähnlichen Wörter


Grammatik

Noch keine Grammatik zu αβαράρω.



Griechische Definition zu αβαράρω

αβαράρω [avaráro] Ρ6α : (ναυτ.) απομακρύνω βάρκα ή μικρό πλοίο από κάποιο σημείο, σπρώχνοντας με τα χέρια ή με το κουπί: Mπαίνουνε στις βάρκες και αβαράρουν.

[ιταλ. varar(e) με ανάπτ. προτακτ. α- 3 από συμπροφ. με τα μόρια να, θα και ανασυλλ. [na-var > navar > n-avar] ]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback