{ο}  αβανταδόρος  Subst.  [avantadoros, avantathoros, abantadoros]

Etymologie zu αβανταδόρος

αβανταδόρος αβάντα


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu αβανταδόρος

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie αβανταδόρος

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu αβανταδόρος

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu αβανταδόρος

Noch keine deutschen Synonyme




Griechische Definition zu αβανταδόρος

αβανταδόρος ο [avandaδóros] θηλ. αβανταδόρισσα [avandaδórisa] Ο27α : 1α.παίχτης τυχερού παιχνιδιού σε λέσχη ή καζίνο που παίζει με χρήματα της επιχείρησης, για να προσελκύσει άλλους παίχτες. β. αυτός που δήθεν αγοράζει από μικροπωλητή, για να προσελκύσει πελάτες· κράχτης. [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback