αβανταδόρικος -η -ο  Adj.  [avantadorikos -i -o, avantathorikos -i -o, abantadorikos -h -o]

Noch keine Übersetzung :(


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu αβανταδόρικος -η -ο

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie αβανταδόρικος -η -ο

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu αβανταδόρικος -η -ο

Noch keine ähnlichen Wörter


Grammatik

  • ο αβανταδόρικος (maskulin)
  • η αβανταδόρικη (feminin)
  • το αβανταδόρικο (neutrum)


Griechische Definition zu αβανταδόρικος -η -ο

αβανταδόρικος -η -ο [avandaδórikos] : που αφορά τον αβανταδόρο ή που έχει σχέση με αυτόν: Aβανταδόρικο κόλπο / τέχνασμα. Aβανταδόρικη σκηνοθεσία. αβανταδόρικα ΕΠIΡΡ.

[αβανταδόρ(ος) -ικος]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15