{η}  αβανιά  Subst.  [avania, abania]

Noch keine Übersetzung :(

Etymologie zu αβανιά

αβανιά mittelgriechisch ἀβανία / ἀβανιά / 'βανία türkisch avan arabisch خوان (ḵawwān: άπιστος, αναξιόπιστος, ύπουλος, προδότης) ρίζα خ و ن ‎(ḵ-w-n)


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu αβανιά

  • διαβολή
  • δυσφήμηση
  • κακογλωσσιά
  • καταλαλιά
  • κακολογία
  • κατηγορία
  • ρετσινιά
  • συκοφαντία

Ähnliche Bedeutung wie αβανιά

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu αβανιά

Noch keine ähnlichen Wörter




Griechische Definition zu αβανιά

αβανιά η [avaná] : (λαϊκότρ., λογοτ.) 1. άδικη κατηγορία· συκοφαντία, κακολογία: Tου κόλλησαν την αβανιά πως τάχα αυτός ήταν ο κλέφτης. Πιο πολύ τον έπνιγαν οι αβανιές του κόσμου. [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15