{η}  αβανιά  Subst.  [avania, abania]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie αβανιά

Noch keine Synonyme

Grammatik



Griechische Definition zu αβανιά

αβανιά η [avaná] : (λαϊκότρ., λογοτ.) 1. άδικη κατηγορία· συκοφαντία, κακολογία: Tου κόλλησαν την αβανιά πως τάχα αυτός ήταν ο κλέφτης. Πιο πολύ τον έπνιγαν οι αβανιές του κόσμου. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αβανιά

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15