{η}  αβανγκάρντ  Subst.  [avangkarnt, abangkarnt]

Etymologie zu αβανγκάρντ

αβανγκάρντ französisch avant-garde


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu αβανγκάρντ

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie αβανγκάρντ

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu αβανγκάρντ

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu αβανγκάρντ

Noch keine deutschen Synonyme


Grammatik

Noch keine Grammatik zu αβανγκάρντ.



Singular

Plural

Nominativdie Avantgarde

die Avantgarden

Genitivder Avantgarde

der Avantgarden

Dativder Avantgarde

den Avantgarden

Akkusativdie Avantgarde

die Avantgarden




Griechische Definition zu αβανγκάρντ

αβανγκάρντ η [avaŋgárd] Ο (άκλ.) : αυτός ή αυτοί που πρωτοπορούν ή που επιδιώκουν να πρωτοπορούν προβάλλοντας τις πιο προωθημένες ή ακραίες θέσεις· πρωτοπορία: H αβανγκάρντ του συνδικαλιστικού κινήματος / της τέχνης.

[λόγ. < γαλλ. avant-garde]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback