{ο}  αβαγιανός  Subst.  [avagianos, avajianos, abagianos]

{der}  
Lavendel (ugs.)
  Subst.
(0)

GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu αβαγιανός

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie αβαγιανός

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu αβαγιανός

Noch keine ähnlichen Wörter




Griechische Definition zu αβαγιανός

αβαγιανός [avayanós] ο, (Lesbos & divt)

lavender (syn λεβάντα, dial βαγιά):
τα στολίζουνε (sc τα μοναστήρια) με μυρσίνες, με δάφνες και με αβαγιανούς (Kontoglou) |
το χρυσό κουβούκλι του επιτάφιου, χωμένο στους αβαγιανούς και στις βιόλες (Myriv) |
poem στ' αλήθεια ο άνεμος γονατίζει... | ν' αποθέση στα πόδια της Θεοτόκου ένα μάτσο από αβαγιανό και θυμάρι; (PKrinaios)
[fr *βαγιανός, der of βαγιά]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback