αβάσταχτος -η -ο  Adj.  [avastachtos -i -o, abastaxtos -h -o]

  Adj.
(9)

GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu αβάσταχτος -η -ο

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie αβάσταχτος -η -ο

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu αβάσταχτος -η -ο

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu αβάσταχτος -η -ο

Noch keine deutschen Synonyme


Grammatik

  • ο αβάσταχτος (maskulin)
  • η αβάσταχτη (feminin)
  • το αβάσταχτο (neutrum)


Griechische Definition zu αβάσταχτος -η -ο

αβάσταχτος -η -ο [avástaxtos] : 1.που δεν μπορεί να τον βαστάξει, να τον σηκώσει κάποιος· πολύ βαρύς, ασήκωτος: Aβάσταχτο βάρος. || δυσβάσταχτος: Aβάσταχτα οικογενειακά βάρη. Aβάσταχτες υποχρεώσεις. Aβάσταχτοι φόροι. [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback