αβάσταχτος -η -ο  Adjektiv  [avastachtos -i -o, abastaxtos -h -o]

Ähnliche Bedeutung wie αβάσταχτος -η -ο

Noch keine Synonyme


Beispielsätze unerträglich

... Ertragen kann unerträglich sein. ...

... Es ist unerträglich heiß diesen Sommer. ...

... Der Schmerz war unerträglich für ihn. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, Zaghawa

Grammatik

  • ο αβάσταχτος (maskulin)
  • η αβάσταχτη (feminin)
  • το αβάσταχτο (neutrum)

Griechische Definition zu αβάσταχτος -η -ο

αβάσταχτος -η -ο [avástaxtos] : 1.που δεν μπορεί να τον βαστάξει, να τον σηκώσει κάποιος· πολύ βαρύς, ασήκωτος: Aβάσταχτο βάρος. || δυσβάσταχτος: Aβάσταχτα οικογενειακά βάρη. Aβάσταχτες υποχρεώσεις. Aβάσταχτοι φόροι. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αβάσταχτος -η -ο

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15