αβάστακτος    [avastaktos, abastaktos]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie αβάστακτος

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αβάστακτος

... του 944. Ο Ρωμανός ήταν γιος του στρατηγού Θεοφύλακτου Αβάστακτου (εξ ου και Αβάστακτος) που διακρίθηκε στις εκστρατείες του Αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ ...

... μετανάστευση προς τις κύριες αποικίες και τις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν αβάστακτη. Η Βρετανία δημιούργησε επίσης μια μεγάλη Βρετανική Αυτοκρατορία στην ...

... στοιχείο της εποχής: είτε ως πολυπόθητη λύση στα μεταπολεμικά αδιέξοδα ή ως αβάστακτη πραγματικότητα της "ξενιτιάς", η μετανάστευση εμφανίζεται να κυριαρχεί ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik

Noch keine Grammatik zu αβάστακτος.


Griechische Definition zu αβάστακτος

αβάστακτος, επίθ.· αβάσταγος.

1) Που δε μπορεί κανείς να τον κρατήσει εξαιτίας του βάρους του, ασήκωτος, πολύ βαρύς:
γομάρια αβάστακτα (Διήγ. παιδ. 770).
2) (Mεταφ.) ανυπόφορος, αφόρητος:
πολλά είναι αβάσταγοι οι απαπέσω πόνοι (Φαλιέρ., Λόγ. 260).
[μτγν. επίθ. αβάστακτος. H λ. και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αβάστακτος

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15