αβάστακτος  Adj.  [avastaktos, abastaktos]

Noch keine Übersetzung :(

Du suchst nach einem Wort oder einer Übersetzung?

Wir helfen dir gerne in unserem Forum: Greeklex Forum!

Etymologie zu αβάστακτος

→ siehe: αβάσταχτος


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu αβάστακτος

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie αβάστακτος

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu αβάστακτος

Noch keine ähnlichen Wörter


Grammatik

Noch keine Grammatik zu αβάστακτος.



Griechische Definition zu αβάστακτος

αβάστακτος, επίθ.· αβάσταγος.

1) Που δε μπορεί κανείς να τον κρατήσει εξαιτίας του βάρους του, ασήκωτος, πολύ βαρύς:
γομάρια αβάστακτα (Διήγ. παιδ. 770).
2) (Mεταφ.) ανυπόφορος, αφόρητος:
πολλά είναι αβάσταγοι οι απαπέσω πόνοι (Φαλιέρ., Λόγ. 260).
[μτγν. επίθ. αβάστακτος. H λ. και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback