αβάσταγα    [avastaga, avastara, abastaga]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie αβάσταγα

Noch keine Synonyme

Grammatik

Noch keine Grammatik zu αβάσταγα.


Griechische Definition zu αβάσταγα

αβάσταγα [avástaγa] adv

impatiently, impetuously, wildly; unbearably:
poem με τα φτερούγια του όνειρου κι αβάσταγα πετώντας | περνώ αποπάνου από καιρούς κλ (Palam) |
μια βουή από πυκνές ομάδες θρύλων | όρμησε στην καρδιά μου που βαραίνει αβάσταγα | απ' τις συνοικιακές καντάδες των μαθητών (NPappas).
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αβάσταγα

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15