αβάσκαντος -η -ο  Adj.  [avaskantos -i -o, abaskantos -h -o]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie αβάσκαντος -η -ο

Noch keine Synonyme

Grammatik

  • ο αβάσκαντος (maskulin)
  • η αβάσκαντη (feminin)
  • το αβάσκαντο (neutrum)

Griechische Definition zu αβάσκαντος -η -ο

αβάσκαντος -η -ο [aváskandos] : (λαϊκότρ.) που δε ματιάστηκε ή δε ματιάζεται· αμάτιαστος: Tο φυλαχτό τον κράτησε αβάσκαντο. || (σε ευχή) που να μη βασκαθεί: Tόσο είναι έξυπνο και γνωστικό τ΄ αβάσκαντο!

[ελνστ. ἀβάσκαντος]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αβάσκαντος -η -ο

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15