αβάπτιστος    [avaptistos, abaptistos]

Noch keine Übersetzung :(

Etymologie zu αβάπτιστος

αβάπτιστος ἀβάπτιστος in Katharevousa α- στερητικό + βαπτίζω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu αβάπτιστος

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie αβάπτιστος

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu αβάπτιστος

Noch keine ähnlichen Wörter


Grammatik

Noch keine Grammatik zu αβάπτιστος.



Griechische Definition zu αβάπτιστος

αβάπτιστος, επίθ.· αβάφτιστος.

1)
α) Που δε βαφτίστηκε ακόμη:
θανών αβάπτιστος (Δούκ. 13519
β) ο μη χριστιανός, αλλόθρησκος:
τα έθνη … τα αβάφτιστα (Xρον. Mορ. H 1249).
2) Άπιστος, κακός:
άπιστοι, αιρετικοί … και παντελώς αβάπτιστοι (Iστ. Bλαχ. 1500).
[αρχ. επίθ. αβάπτιστος. O τ. και η λ. και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback