{το}  αβάντζο  Subst.  [avantzo, abantzo]

Noch keine Übersetzung :(

Etymologie zu αβάντζο

αβάντζο italienisch avanzo (πλεόνασμα ισολογισμού)[1]


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu αβάντζο

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie αβάντζο

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu αβάντζο

Noch keine ähnlichen Wörter




Griechische Definition zu αβάντζο

αβάντζο το [avándzo] & αβάντσο το [avántso] : στις ΦΡ πάμε αβάντζο;, για τυχερά παιχνίδια, όταν οι παίχτες συμφωνούν να αυξήσουν τον αριθμό των πόντων του παιχνιδιού. δίνω αβάντζο, παραχωρώ πλεονεκτήματα στον αντίπαλο: Tρέχουμε στα εκατό μέτρα; Σου δίνω αβάντζο δέκα (μέτρα).

[ιταλ. avanzo `πλεόνασμα ισολογισμού΄ και ηχηροπ. [ts > dz] από επίδρ. του ριν. [n] ]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15