άπιστος Adj.  [apistos]

  Adj.
(34)
  Adj.
(4)

Etymologie zu άπιστος

άπιστος altgriechisch ἄπιστος


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
δύσπιστος
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
άπιστος -η -ο

Grammatik

Noch keine Grammatik zu άπιστος.



Griechische Definition zu άπιστος

άπιστος, επίθ.· άπεστος.

1) Που δεν μπορεί κανείς να τον εμπιστευθεί, αναξιόπιστος:
(Aσσίζ. 35111), (Xρον. Mορ. H 666).
2) Που παραβαίνει τον όρκο του, επίορκος:
άνθρωπος άπεστος οπού εψεύστην τον όρκον του (Aσσίζ. 33423).
3) Που δεν είναι νομοταγής, απειθάρχητος:
(Xρον. Mορ. H 4986).
4) Που προδίδει τη συζυγική ή ερωτική πίστη:
(Eρωτοπ. 479).
5) (Προκ. για έγγραφο) άκυρος:
χαρτίν άπιστον (Aσσίζ. 35529).
6) Πλαστός, παραχαραγμένος:
Περί των χρυσοχών οπού χαράσσουν … άπιστας χαραγάς (Aσσίζ. 22915).
7) (Προκ. για μετρικές μονάδες) ανακριβής, λειψός:
Περί εκείνου … τόν πιάνουν εις άπιστον μέτρον (Aσσίζ. 48120).
8) (Προκ. για καταγγελία) ψεύτικος:
άπιστα αγκαλέματα (Aσσίζ. 2335).
9)
α) (Προκ. για τους μη χριστιανούς) αλλόθρησκος:
παρ’ απίστων των Tουρκών … διωχθέντες (Kορων., Mπούας 13
β) (προκ. για χριστιανούς που δεν ανήκουν στο ίδιο δόγμα) ετερόδοξος, αιρετικός:
οι άπιστοι Pωμαίοι (Xρον. Mορ. H 833).
[αρχ. επίθ. άπιστος. H λ. και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback