άνω-κάτω  Adj.  [ano-kato, anw-katw]


GriechischDeutsch
Γι'αυτό όλα έγιναν άνω κάτω εδώ.Darum geht hier alles drunter und drüber.
Εν συντομία, ήταν όλα άνω κάτω, πλίνθοι, κέραμοι ατάκτως ερριμμένοι.Kurz und gut, ein ziemliches Durcheinander.

Synonyme zu άνω-κάτω

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie άνω-κάτω

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu άνω-κάτω

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu άνω-κάτω

Noch keine deutschen Synonyme


Grammatik

Noch keine Grammatik zu άνω-κάτω.



Singular

Plural

Nominativdas Durcheinander

die Durcheinander

Genitivdes Durcheinanders

der Durcheinander

Dativdem Durcheinander

den Durcheinandern

Akkusativdas Durcheinander

die Durcheinander




Griechische Definition zu άνω-κάτω

άνω-κάτω [áno-káto] adv

① up and down (syn απάνω-κάτω):
τρέχει άνω-κάτω |
κοίταξε άνω-κάτω ανήσυχα |
κόσμος πολύς αναδεύονταν άνω-κάτω και πέρα-δώθε (Christovasidivs)
② in a state of disarray, upside down, topsy-turvy (syn L φύρδην μίγδην):
τα έκανε όλα άνω-κάτω he made a mess |
το σπίτι είναι άνω-κάτω |
τα κλαδιά είχαν κάνει τα μαλλιά της άνω-κάτω |
ο πόλεμος έβαλε δυναμίτιδα στη γεωγραφία και την έφερε άνω-κάτω (Athanasiadis-N) |
το σκόρπισμα των αρχείων και οι ομαδικές λιποταξίες είχανε κάνει τα μητρώα άνω-κάτω (Myriv) |
οι βουλευτές τα έκαναν όλα άνω-κάτω και καταστρέψανε την αρχιτεκτονική του νομοθετήματος (Theotokas)
ⓐ phr κάνω or φέρνω κάποιο μέρος άνω-κάτω to look high and low (for sth), leave no stone unturned, turn upside down or inside out:
έκανα τον κόσμο άνω-κάτω αλλά δεν βρήκα το πορτοφόλι μου |
ο Γ. είχε φέρει το Παρίσι άνω-κάτω για να βρει τον κατάλληλο ερμηνευτή (Melas) |
rembetiko song θα κάνω άνω-κάτω Περαία και Aθήνα | για να σε βρω Xριστίνα (IPetrop)
③ fig in a state of emotional upset (of people):
είμαι, έγινα άνω-κάτω |
ένας φόβος κάνει τον άρρωστο άνω-κάτω |
αυτή η σκέψη μου 'χει κάνει άνω-κάτωτην καρδιά |
η ιδέα πως ο K. του 'χε γρουσουζέψει το ταξίδι τον έκανε άνω-κάτω (Bastias)
ⓑ phr γίνομαι άνω-κάτω (με κάποιον) fight or quarrel w. s.o.:
poem .. πρόσεχε, μήπως η αμάχη ετούτη | γίνει αφορμή στους δυο μας κάποτε και γίνουμε άνω-κάτω (Homer Il 4.38 Kaz-Kakr)
[fr postmed & MG άνω-κάτω ← K, AG, paratactic cpd of άνω κάτω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu άνω-κάτω

Noch keine Fragen.




Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15