άβατος -η -ο  Adj.  [avatos -i -o, abatos -h -o]

  Adj.
(0)

GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu άβατος -η -ο

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie άβατος -η -ο

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu άβατος -η -ο

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu άβατος -η -ο


Grammatik

  • ο άβατος (maskulin)
  • η άβατη (feminin)
  • το άβατο (neutrum)


Griechische Definition zu άβατος -η -ο

άβατος -η -ο [ávatos] : 1.(για τόπο ή χώρο) που δεν μπορούμε να τον διαβούμε· αδιάβατος, απάτητος, απρόσιτος: Άβατη γη. άβατος -η -ο τόπος. Άβατο βουνό / δάσος. Άγρια κι άβατα φαράγγια. [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback