{το}  άβαθο  Subst.  [avatho, abatho]


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu άβαθο

Noch keine Synonyme

Deutsche Synonyme zu άβαθο

Noch keine deutschen Synonyme


Grammatik

Noch keine Grammatik zu άβαθο.



Griechische Definition zu άβαθο

άβαθο [ávaθo] το,

lack of depth, shallowness, superficiadivty:
το κάπως άβαθο πια της φιλοσοφίας του, κάτι σαν περασμένη μόδα (Palam)
[n sg of άβαθος]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback