τυγχάνω  

  •    passieren
  •    erfolgreich durchführen
  •    ein Ziel erreichen

Lateinische Schreibweise (Greeklish):

tigchano, tirchano, tygxanw


Grammatik

Ενεργητικός Ενεστώτας
προσωπικές
εγκλίσεις
οριστική υποτακτική ευκτική προστακτική
ἐγώ
τυγχάνω
τυγχάνω
τυγχάνοιμι
-
σύ
τυγχάνεις
τυγχάνῃς
τυγχάνοις
τύγχανε
οὖτος
τυγχάνει
τυγχάν
τυγχάνοι
τυγχανέτω
ἡμεῖς
τυγχάνομεν
τυγχάνωμεν
τυγχάνοιμεν
-
ὑμεῖς
τυγχάνετε
τυγχάνητε
τυγχάνοιτε
τυγχάνετε
οὗτοι
τυγχάνουσι(ν)
τυγχάνωσι(ν)
τυγχάνοιεν
τυγχανόντων / τυγχανέτωσαν
ονοματικοί
τύποι
απαρέμφατο μετοχή
τυγχάνειν
τυγχάνων
τυγχάνουσα
τυγχάνον
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15