στοίχειωμα  

  • das Weiterleben eines Verstorbenen im Form eines Geistes
  • das Weiterbestehen von einem schlechten und bedrohlichen Zustand

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... των αστρονόμων. Τότε, είτε το θέλουμε είτε όχι γεννιέται μέσα μας το στοίχειωμα της πιθανότητας να υπήρξε στο μακρινό παρελθόν ένας άγνωστος έως σήμερα ...

... λογοτεχνίας παρουσιάζονται επίσης κοντά στο τέλος της "Ιστορίας του Αττάφ". Το στοίχειωμα χρησιμοποιείται ως τέχνασμα πλοκής στη γοτθική λογοτεχνία και στη λογοτεχνία ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

stichioma, stoixeiwma


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ στοίχειωμα στοιχειώματα
Genitiv στοιχειώματος στοιχειωμάτων
Akkusativ στοίχειωμα στοιχειώματα
Vokativ στοίχειωμα στοιχειώματα
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15