προκάτοχος  

  •    Vorgänger

Lateinische Schreibweise (Greeklish):

prokatochos, prokatoxos


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ προκάτοχος προκάτοχοι
Genitiv προκατόχου προκατόχων
Akkusativ προκάτοχο προκατόχους
Vokativ προκάτοχε προκάτοχοι
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15