μαλώνω  

  • ausschimpfen
  • ausschelten
  • schelten

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... Μοναστήρι η Παναγιά Τσαμπίκα [ 25 ] τα Στεγνά [ 227 ] Δ.δ. Μαλώνος [ 1.096 ] ο Μαλώνας [ 977 ] το Χαράκι [ 119 ] Δ.δ. Μασάρων -- τα Μάσαρη [ 931 ] ...

... Παναγιά Τσαμπίκα [ 35 ] τα Στεγνά [ 57 ] Δημοτική Κοινότητα Μαλώνος [ 1.135 ] ο Μαλώνας [ 982 ] το Χαράκι [ 153 ] Δημοτική Κοινότητα Μασάρων [ 1.004 ...

... διακοσμημένο με ανάγλυφη παράσταση δύο Πανών που μαλώνουν ενώ επεμβαίνει ο Έρωτας. Οι δύο Πάνες μαλώνουν σαν μικρά παιδιά, αφού ο ένας (στα αριστερά) κρατάει ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

malono, malwnw


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
μαλώσει
μετοχή (ενεστώτας)
μαλώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας μαλώνω μαλώνεις μαλώνει μαλώνο(υ)με μαλώνετε μαλώνουν(ε)
παρατατικός μάλωνα μάλωνες μάλωνε μαλώναμε μαλώνατε μάλωναν, μαλώναν(ε)
αόριστος μάλωσα μάλωσες μάλωσε μαλώσαμε μαλώσατε μάλωσαν, μαλώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα μαλώνω θα μαλώνεις θα μαλώνει θα μαλώνο(υ)με θα μαλώνετε θα μαλώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα μαλώσω θα μαλώσεις θα μαλώσει θα μαλώσο(υ)με θα μαλώσετε θα μαλώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω μαλώσει έχεις μαλώσει έχει μαλώσει έχο(υ)με μαλώσει έχετε μαλώσει έχουν(ε) μαλώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα μαλώσει είχες μαλώσει είχε μαλώσει είχαμε μαλώσει είχατε μαλώσει είχαν(ε) μαλώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω μαλώσει θα έχεις μαλώσει θα έχει μαλώσει θα έχο(υ)με μαλώσει θα έχετε μαλώσει θα έχουν(ε) μαλώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να μαλώνω να μαλώνεις να μαλώνει να μαλώνο(υ)με να μαλώνετε να μαλώνουν(ε)
αόριστος να μαλώσω να μαλώσεις να μαλώσει να μαλώσο(υ)με να μαλώσετε να μαλώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω μαλώσει να έχεις μαλώσει να έχει μαλώσει να έχο(υ)με μαλώσει να έχετε μαλώσει να έχουν(ε) μαλώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας μάλωνε μαλώνετε
αόριστος μάλωσε μαλώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15