λυπηρά  

  • traurig
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... μαύρο πέπλο ή έχει μαύρα φτερά. Τον παρουσιάζει ως πικρό, αλόγιστο, άκριτο, λυπηρό, κακό δαίμονα κλπ. Για τη λατρεία του θεού ελάχιστα πράγματα προσφέρονται ...

... τέλος της περιόδου μετακινείται πάλι, αυτή τη φορά προς τον Παναθηναϊκό. Τα λυπηρά γεγονότα στην αθηναϊκή ομάδα το Καλοκαίρι του 2017 την αφήνουν χωρίς σύλλογο ...

... στο ευρύ κοινό σε μεγάλο βαθμό. Τα καλύτερα ποιήματά του είχαν διάχυτο το λυπηρό αίσθημα και δρυμμείες σκέψεις για τις τύχες των ανθρώπων και τις αδικίες ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

lipira, lyphra


Deutsche Synonyme zu: λυπηρά

kümmerlich ärmlich traurig armselig billig schwach betrüblich betrübt unfroh nicht aufzuheitern unglücklich trübselig bedrückt kummervoll geknickt niedergeschlagen lustlos unlustig freudlos dasitzen wie ein Häufchen Elend resigniert niedergedrückt bekümmert (jemandem ist) schwer ums Herz gedrückt trübsinnig

ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15