κοροϊδεύω  

  • betrogener
    upvotedownvote
  • hänseln
    upvotedownvote
  • Parodie
    upvotedownvote
  • sich über jemanden lustig machen
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... Ντάμπο είναι τα μεγάλα του αυτιά, τα οποία γίνονται αφορμή για να τον κοροϊδεύουν όλοι οι άλλοι ελέφαντες, αλλά και πολύς άλλος κόσμος. Αυτό δεν το ανέχεται ...

... Βέινεμουινεν, του εμφανίζεται με μορφή ψαριού, αλλά του ξεφεύγει και τον κοροϊδεύει για την "ευκαιρία" που έχασε. Ο Γιόουκαχαϊνεν, γεμάτος ζήλια για το μεγάλο ...

... δόξα. Ωστόσο, πολλοί κωμωδιογράφοι και πολιτικοί του αντίπαλοι αργότερα κορόιδευαν τον Περικλή και συνέδεαν το όνειρο αυτό με το ασυνήθιστο σχήμα του κεφαλιού ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

koroidevo, koroithevo, koroideyw


Deutsche Synonyme zu: κοροϊδεύω

necken triezen vexieren piesacken zu schaffen machen aufziehen zusetzen plagen quälen zwicken und zwacken utzen ärgern sticheln traktieren hänseln auf die Schippe nehmen Glosse Satire humoristische Verarbeitung Überspitzung Überzeichnung Karikatur Persiflage Übertreibung Parodie Veräppelung

ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15