κορδώνω  

  •    anspannen
  •    strecken

Lateinische Schreibweise (Greeklish):

kordono, korthono, kordwnw


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
κορδώσει
μετοχή (ενεστώτας)
κορδώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας κορδώνω κορδώνεις κορδώνει κορδώνο(υ)με κορδώνετε κορδώνουν(ε)
παρατατικός κόρδωνα κόρδωνες κόρδωνε κορδώναμε κορδώνατε κόρδωναν, κορδώναν(ε)
αόριστος κόρδωσα κόρδωσες κόρδωσε κορδώσαμε κορδώσατε κόρδωσαν, κορδώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα κορδώνω θα κορδώνεις θα κορδώνει θα κορδώνο(υ)με θα κορδώνετε θα κορδώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα κορδώσω θα κορδώσεις θα κορδώσει θα κορδώσο(υ)με θα κορδώσετε θα κορδώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω κορδώσει έχεις κορδώσει έχει κορδώσει έχο(υ)με κορδώσει έχετε κορδώσει έχουν(ε) κορδώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα κορδώσει είχες κορδώσει είχε κορδώσει είχαμε κορδώσει είχατε κορδώσει είχαν(ε) κορδώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω κορδώσει θα έχεις κορδώσει θα έχει κορδώσει θα έχο(υ)με κορδώσει θα έχετε κορδώσει θα έχουν(ε) κορδώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να κορδώνω να κορδώνεις να κορδώνει να κορδώνο(υ)με να κορδώνετε να κορδώνουν(ε)
αόριστος να κορδώσω να κορδώσεις να κορδώσει να κορδώσο(υ)με να κορδώσετε να κορδώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω κορδώσει να έχεις κορδώσει να έχει κορδώσει να έχο(υ)με κορδώσει να έχετε κορδώσει να έχουν(ε) κορδώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας κόρδωνε κορδώνετε
αόριστος κόρδωσε κορδώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15