κορδώνω  

  • anspannen
  • strecken

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... τέσσερις πρώτες εκδόσεις του φυλλαδίου του, γράφοντας πως ίσως φανεί ότι κορδώνεται, κάτι που ξέρω πως απεχθάνεται. Ο Ουίλιαμ Μπάντινγκ, μολονότι στις επόμενες ...

... αθλητικού Γηπέδου.Το 1935 γίνεται δωρεά στον Δήμο Άμφισσας από τους Νικόλαο Κορδώνη και Ιωάννη Γιδόγιαννο μια έκταση 6 στρεμμάτων με αποτέλεσμα η Άμφισσα να ...

... είναι έτοιμο για αγώνα αλλά και για πρόσωπα που υπερηφανεύονται και κορδώνονται ιδιαίτερα για μαγκιά και ερωτοτροπίες. "Γίνονται κι οι γέροι γαύροι" ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

kordono, korthono, kordwnw


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
κορδώσει
μετοχή (ενεστώτας)
κορδώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας κορδώνω κορδώνεις κορδώνει κορδώνο(υ)με κορδώνετε κορδώνουν(ε)
παρατατικός κόρδωνα κόρδωνες κόρδωνε κορδώναμε κορδώνατε κόρδωναν, κορδώναν(ε)
αόριστος κόρδωσα κόρδωσες κόρδωσε κορδώσαμε κορδώσατε κόρδωσαν, κορδώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα κορδώνω θα κορδώνεις θα κορδώνει θα κορδώνο(υ)με θα κορδώνετε θα κορδώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα κορδώσω θα κορδώσεις θα κορδώσει θα κορδώσο(υ)με θα κορδώσετε θα κορδώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω κορδώσει έχεις κορδώσει έχει κορδώσει έχο(υ)με κορδώσει έχετε κορδώσει έχουν(ε) κορδώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα κορδώσει είχες κορδώσει είχε κορδώσει είχαμε κορδώσει είχατε κορδώσει είχαν(ε) κορδώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω κορδώσει θα έχεις κορδώσει θα έχει κορδώσει θα έχο(υ)με κορδώσει θα έχετε κορδώσει θα έχουν(ε) κορδώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να κορδώνω να κορδώνεις να κορδώνει να κορδώνο(υ)με να κορδώνετε να κορδώνουν(ε)
αόριστος να κορδώσω να κορδώσεις να κορδώσει να κορδώσο(υ)με να κορδώσετε να κορδώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω κορδώσει να έχεις κορδώσει να έχει κορδώσει να έχο(υ)με κορδώσει να έχετε κορδώσει να έχουν(ε) κορδώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας κόρδωνε κορδώνετε
αόριστος κόρδωσε κορδώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15