καιροσκοπισμός  

  • Opportunismus

Lateinische Schreibweise (Greeklish):

keroskopismos, kairoskopismos


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ καιροσκοπισμός καιροσκοπισμοί
Genitiv καιροσκοπισμού καιροσκοπισμών
Akkusativ καιροσκοπισμό καιροσκοπισμούς
Vokativ καιροσκοπισμέ καιροσκοπισμοί
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15