επισκευάζω  

  • reparieren
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... τους εργασία, κι άρχισαν αμέσως να κατασκευάζουν πολεμικές μηχανές, να επισκευάζουν και να δυναμώνουν τα τείχη. Παρά την αριθμητική υπεροχή του αντιπάλου ...

... πήγε σε εκείνον για να του επισκευάσει τα παπούτσια. Ενώ ο Ανιανός τα επισκεύαζε, χτύπησε το χέρι του, το οποίο θεράπευσε θαυματουργικά ο Άγιος Μάρκος ...

... τις μεγάλες αποβάθρες και τις δεξαμενές τους ώστε να επιθεωρούν, να επισκευάζουν ή να μετασκευάζουν πλωτά ναυπηγήματα. Επίσης, άλλη μια εργασία, λιγότερο ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

episkevazo, episkeyazw


Deutsche Synonyme zu: επισκευάζω

(wieder) in einen gebrauchsfähigen Zustand versetzen reparieren richten (wieder) ganz machen (wieder) heil(e) machen (wieder) zum Laufen bringen (wieder) herrichten (wieder) in Gang bringen (wieder) hinbekommen (eine) Reparatur vornehmen (eine) Reparatur durchführen (wieder) instand setzen (wieder) in Stand setzen (einen) Mangel beheben (einen) Mangel beseitigen (einen) Schaden beheben (einen) Schaden beseitigen

ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15